Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

«Πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία»*

                                                           του Αλέξανδρου Παπαηλιού

Aθήνα, δεκαετία του '60

      Ήταν καλοκαίρι γύρω μου και μέσα μου, όταν άρχισα να σκαρφαλώνω για πολλές ώρες, αναζητώντας τα άγνωστα μονοπάτια που με έφεραν εδώ. 
      Ένα πρωί-έτσι τα ‘φερε η ζωή-έφυγα για πάντα από την Αρκαδία. Έτσι νόμιζα τότε. Με παρόμοιο τρόπο, έφυγε πριν από χρόνια ο πατέρας μου και η μητέρα μου για την Αθήνα και πριν πολλά χρόνια ο παππούς μου, κατά λάθος για την Αργεντινή. Ο καημένος ο παππούς, εννιά χρονών (στην ηλικία μου ήτανε) για αλλού πήγαινε και αλλού έφτασε. Τον ονομάσαμε Χριστόφορο Κολόμβο της οικογένειας μας. 
      Αποφάσισα να επιστρέψω τριάντα χρόνια μετά. Στη διαδρομή σκεφτόμουν τον παππού μου που έλεγε «ένα ταγκό μας παίρνει και μας φέρνει». Το μικρόβιο της καταγωγής και της νοσταλγίας, που στις μέρες μας ταξινομούνται ως ασθένειες, με οδήγησαν εδώ. Κάτι με τράβαγε μέσα μου και με κρυφοκαλούσε. Έτσι ξεκίνησα ένα μικρό ταξιδάκι που κράτησε χρόνια. 
      Το πρώτο πράγμα που θυμήθηκα επιστρέφοντας στην Αρκαδία, ήταν τα παραμύθια που είχα ακούσει από τους σπουδαίους παραμυθάδες που είχα συναντήσει. «Ψέματα κι αλήθεια όλα είναι παραμύθια» έλεγαν. Οι παραμυθάδες δίνουν την ίδια ακριβώς σημασία σ’ αυτό που υπάρχει και σ’ αυτό που δεν υπάρχει. 
       Ο παππούς μου τα κατάφερε στην Αργεντινή και στέλνει το ένα γράμμα πίσω από το άλλο. Οι καρτ-ποστάλ ταξίδευαν εμάς τους αταξίδευτους. «Οι ναυαγοί γίνονται καλοί καπεταναίοι, Αλεξανδρινέ μου» μου έγραφε. Τη γιαγιά μου δεν τη γνώρισα ποτέ. Πέθανε νωρίς. Έπασχε από καλοσύνη είπανε. 
     Ένα μεσημέρι, μέσα στη κάψα του καλοκαιριού, επιστρέφαμε από το πανηγύρι της Τεγέας. Στη μικρή ανάπαυλα του ταξιδιού, ονειρεύτηκα τη γέννηση μου. Πάντα νόμιζα ότι γεννήθηκα στη μέση μιας γέφυρας. 
      «Το παιδί πρέπει να μάθει να εκφράζει τα συναισθήματα του» κρυφάκουσα να λένε. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι πέτρινοι μέσα τους και εκφραστικοί προς τα έξω. Εμένα μου αρέσουν περισσότερο οι άνθρωποι που είναι στατικοί απ’ έξω, αλλά μέσα τους πάλλονται  από συναισθήματα. 


                                                  Tango Apassionado Astor Piazzola

       Υπάρχει μέσα μου ο κόσμος πριν την ηλεκτροδότηση και ο κόσμος μετά από αυτήν. Όταν ήρθε το φως που έκανε τη νύκτα να μοιάζει με τη μέρα, οι παραμυθάδες αποσύρθηκαν λυπημένοι, μιας και καταστράφηκε το σκηνικό τους που ήτανε το πιο φωτεινό μέρος του κόσμου και ας το φώτιζε ένα κερί. Οι νεράιδες, τα ξωτικά και τα αερικά εξαφανίστηκαν. Η πανσέληνος βγαίνει από τότε αδιάφορη ανάμεσα στα φώτα της πόλης.
       Ταξίδι με τον πατέρα μου στη Τρίπολη. Πιο πολύ απ’ όλα θυμάμαι τα ψηλοτάβανα σπίτια της Τρίπολης. Τις νύκτες, άυπνος, περίμενα να περάσει απ’ έξω κάποιο αυτοκίνητο και τα φώτα του να κάνουν εκείνη τη περίφημη χορευτική τροχιά στους γυμνούς τοίχους. Αυτά τα ψηλοτάβανα σπίτια εναλλάσσονται με υπερβολικά χαμηλοτάβανα χωριάτικα σπιτάκια, που, για να μπεις μέσα, έπρεπε να σκύψεις ευλαβικά στη πόρτα τους. 
       Τη νύκτα όλα ησυχάζουν. Μόνο τα νερά, ο πόνος και η φήμη αγρυπνούν. Τη νύκτα μας συναντούν τα όνειρα. Είναι η ώρα της μεγάλης συνάντησης με τον εαυτό μας. Μια νύκτα, είδα στον ύπνο μου ότι χόρτασα κλάμα. Είδα ότι, ενώ είχαμε πένθος, εγώ έπαιζα μουσική. Ποιος είπε ότι στα σπίτια με πένθος δεν πρέπει να ακούγεται μουσική; Είδα στον ύπνο τον πατέρα μου να κατεβαίνει για τελευταία φορά τις σκάλες του σπιτιού μας. Τις κοπέλες του χωριού τις είδα με πένθιμα ρούχα. Είδα το φωτογράφο που αποθανάτιζε τη στιγμή. 
       Σήμερα λάβαμε το τελευταίο γράμμα του παππού μου από την Αργεντινή. «Αλεξανδρινέ μου» μου έγραφε, «έζησα όλη τη ζωή μου εξόριστος. Δεν ξέρω αν θα σας δω ποτέ. Ένα μόνο ξέρω. Πατρίδα είναι η παιδική ηλικία». 

                                         Φωτ. Κ. Μάνος Portfolio

                                                 
* Η ταινία «Πατρίδα είναι η παιδική ηλικία» σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Παπαηλιού με καταγωγή από τα Δολιανά Αρκαδίας, πήρε το Β’ βραβείο στο φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2003. 



4 σχόλια:

  1. Πολύ τρυφερό κείμενο, μου θύμισε τόσους που ξενιτευθηκαν και πέθαναν στα ξένα με τον πόνο του νόστου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η ομότιτλη ταινία ακόμα πιό δυνατή. Μαζί με το "Το δέντρο που πληγώναμε" του Δήμου Αβδελιώδη βρίσκονται βαθιά μέσα στην καρδιά μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πράγματι ο τόπος που γεννηθήκαμε είναι η πατρίδα, καθώς και οι παιδικοί φίλοι είναι οι Φίλοι. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν όσες αλλαγές και αν φέρει η αέναη προσπάθεια εξαμερικανισμού της κοινωνίας μας. Είμαστε πάρα πολλά χρόνια κάτοικοι αυτού του τόπου για να μπορέσουν ν' αλλάξουμε τώρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Όλη η γη είναι η πατρίδα μας. Παντού ανατέλλει ο ήλιος και παντού έχει και καλούς ανθρώπους.
    Μανώλης Γ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή