Θερινοί επισκέπτες, μικρό σεργιάνι, κόσμος που μακραίνει…
μυρίζουν τ' άγρια γαρίφαλα μέχρι θανάτου
Μάρκος Μέσκος Ψιλόβροχο, LXV
Β΄ ΜΕΡΟΣ
Ανθισμένη εξώπορτα στο Βογατσικό (οικία Παναγ. Γιαννούλη, στα 1990 περίπου) |
«Οι Αμερικάνοι»
H παρέα των Αμερικάνων, είτε κάθονται στο καφενείο κάτω από την κληματαριά είτε -πράγμα σπανιότερο- βολτάρουν, πιάνοντας σχεδόν πέρα πέρα το τζιαντέ, αποτελούν οπωσδήποτε αντικείμενο προσοχής. Καμιά φορά μετρώ μέχρι και δέκα άντρες στην παρέα. Ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους Βογατσιώτες για το ιδιαίτερο ντύσιμο με τα ολοκαίνουργια ρούχα (κουστούμι γραβάτα συνήθως), καλοσιδερωμένα με τσάκιση, φαρδιά, αεράτα και ανοιχτόχρωμα, το δίχρωμο άσπρο-μαύρο ή λευκό σκαρπίνι και ρεπουμπλίκι τύπου Παναμά καθώς και για τους ιδιάζοντες και κάπως αφ’ υψηλού αρχοντικούς τρόπους.
Από αριστερά προς τα δεξιά. Όρθιοι: Νικ. Νάντσιος, Αθαν. Τακαντζιάς, Αθαν. Σιμώτας, Χρ. Δαγκλές. Καθιστοί: Ζήσ. Ζώνας, Ιωάν. Παπανδρέου. Δεκαετία του '60 στον περίβολο του Αγίου Κωνσταντίνου. |
Εκπλήρωση
Χορός στα εξοχικά στον "Ασυρτό". Από αριστερά: Ανδρέας Βαϊνάς ("Αντρίας Ντούμπλης"), Γιάννης Καραλής, Κώστας Σαββαρίκας ("Παρτάλας"), Γιώργος Βιτούλας ("Ζιούρας"). |
Συναντιούνται με τους παιδικούς τους φίλους. Γλεντάνε ως το πρωί «στα εξοχικά» του Μπαμίνου (Χρήστου Κίτσιου) και του Μπλιούρα (Θανάση Βλάχου) στον Ασυρτό. Πίνουν, τραγουδάνε κι αγκαλιασμένοι χορεύουν με παλιά μεράκια. Τους καλοτυχίζουν όλοι. Οι νεότεροι τους ζηλεύουν και όσο υπάρχει καιρός ακόμα σκέφτονται τον τρόπο να το σκάσουν κι αυτοί με την πρώτη ευκαιρία. Οι παλιοί φίλοι χαίρονται για τους τυχερούς κι ευκατάστατους συνομήλικους και κρυφά μελαγχολούν για τη δική τους στριμωγμένη ζωή. Κι όμως κι οι καλότυχοι… στην Αμέρικα …στριμωγμένη (πολύ!) ζωή κάνουν κι εκείνοι. Αλλά αυτό δεν γίνεται καθόλου φανερό εδώ. Θα φύγουν μετά τα στέφανα αγκαλιά μ’ ένα δροσερό κι όμορφο κορίτσι για τη σπορά του Βογατσικού στον Νέο Κόσμο… Όλο και πιο αραιά πλέον θα ξανάρχονται. Τη λιμουζίνα θα την αφήσουν φεύγοντας ίσως σε μάντρα της Αττικής προς πώληση.
Έρχονται «οι μικροί»!
Ο θρυλικός Γιώργος Θαλάσσης, η Κατερίνα και ο Σπίθας που κάνουν αντίσταση στους κατακτητές Γερμανούς, το ελληνόπουλο Δημήτρης Αδαμόπουλος (ή Τζιμ Άνταμς), η Ντιάνα, ο κάπταιν Κούπερ, ο Πεπίτο, ο Τσιπιρίπο. Ηρωικοί προστάτες του νόμου στο Φαρ Ουέστ που συγκλονίζουν και ανατρέφουν μια ολόκληρη γενιά. Παίρνουν σιγά σιγά τη θέση της «Διάπλασης των Παίδων» και της «Ζωής του Παιδιού». Τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» διαγράφουν επίσης μια παράλληλη θριαμβική πορεία.
«Πλην
θερινής περιόδου»
Αποδράσεις στα πέριξ
O "Nτακαράς"! |
Τζιάμπας σινιμάς
![]() |
Σινεμά ο Παράδεισος |
Μπορώ όμως να μιλώ για καλοκαίρι και να μην θυμηθώ τον τζιάμπα σινιμά; Ένα άρρωστο μεγάφωνο που εκπέμπει μια αντάξιά του βραχνιασμένη μουσική συνδεδεμένο μ’ ένα πικάπ της κακιάς ώρας. Ακούγονται κυρίως Τσάμικα, Καλαματιανά και Ρουμελιώτικα δημοτικά τραγούδια. Κι ύστερα:
—Ένα δύο, εναδύο, πφφ, πφφ, ένα, εναδύο… Απόψε στο χωριό σας το κινητό συνεργείο της Νομαρχίας (ή της Μεραρχίας, αναλόγως) θα προβάλλει μια δραματική αισθηματική ταινία. Η προβολή της ταινίας θα αρχίσει στις οκτώ και τριάντα. Η προβολή θα γίνει εις την πλατεία. Η προβολή είναι τελείως δ ω ρ ε ά ν !!!
Που
πάει να πει: τζιάμπα! Ο κυρ-Νομάρχης (ευλογημένο το όνομά
του!) και ο Μέραρχος (μπράβο του κι αυτόν!) βάζουν την υπογραφή τους κι
έτσι κάθε δεκαπέντε μέρες έχουμε αυτό το καλοδεχούμενο δώρο. Βάζουν τα
μηχανήματα και την ταινία αυτοί οι δυο, η κοινότητα την πλατέα κι η κυρά
Ολυμπιάδα τον …τοίχο της, εμείς την ψάθινη καρέκλα και τα σκαπνιά. Για να μην
τον αδικήσω βάζει καμιά φορά κι ο μπάρμπα- Λάμπρος τις καρέκλες του καφενείου
του (όχι χωρίς φωνές και γκρίνια!) στους απαιτητικούς πελάτες που
βαριούνται να κουβαλήσουν από το σπίτι. Ο Γιώργος Λιόγανος κι ο Πάντος
Βιτανιώτης, θέλουν δε θέλουν, δανείζουν σε άλλους επιτήδειους τα στοιβαγμένα
έξω από τα μανάβικά τους κασόνια.
Βάζει βέβαια και τη βροντερή του φωνή «ου Χρήστους τ’ Γκύρ’». Στεντορεία
τη φωνή προβαίνει ου προυτόηρους (=πρωτόγερος, τελάλης) σε αναγγελία πρώτα
από τη Λέσχη μεριά στο Παζάρι κι ύστερα από τον πλάτανο της Τζιαβέλαινας.
Κλητήρας με τα όλα του. Θα μπορούσε να είναι μια χαρά τενόρος γιατί ήταν και
καλλίφωνος. Αυτό που δεν μπορώ ακόμα να πιστέψω είναι πως προτού γεννηθεί ο
πολύς Ρίτσαρντ Γκήρ είχαμε εμείς ήδη στο Βογατσικό έναν άμεσα εμπλεκόμενο με το
σινεμά: τον ... Χρήστου τ’ Γκύρ’!
Και ολίγη προπαγάνδα!
Ελληνικά επίκαιρα
Όλα σχεδόν τα πρόσωπα των επικαίρων είναι για μας παντελώς άγνωστα. Για την ακρίβεια σχεδόν μη αναγνωρίσιμα αφού «τα Επίκαιρα» ξεκινάνε με το φως της ημέρας που υπερισχύει της λυχνίας του μηχανήματος. Ξέφτια δόξας εφήμερης, πρόσωπα με δικαιοσύνη σβησμένα, σαλεύουν στον μπογιατισμένο με απαλό σιελ τοίχο και χάνονται ωραιότατα από τη μνήμη μας. Ούτε που θυμάμαι πια ποιοι κρατούσαν μυστρί, έκοβαν κορδέλες, στουκάριζαν σαμπάνιες σε πρύμνες πλοίων, άνοιγαν με τα χρυσά τους κλειδιά τις πύλες εκθέσεων… Άνθρωποι που χειροκροτήθηκαν, που εξυψώθηκαν ενώ μας είχαν στρογγυλοκαθίσει στο σβέρκο ετσιθελικά και με το στανιό, σβήνονται από την αείδροσο μνήμη.
Κατεβαίνοντας στο Σάντοβο για γιορτή. |
Παραίσθηση κατοίκου του άστεος
Ακόμα και δω πέρα, στην απρόσωπη πόλη, τώρα μάλιστα που απόμειναν κι ελάχιστοι θερινοί κινηματογράφοι, μόλις πιάσει να σβήνει η μέρα θαρρώ πως θ’ ακούσω το Γκύρο με τη βροντερή μακρόσυρτη φωνή του να αναγγέλλει: «Ακ’σέτι πάσα ένααααας. Ήρθι ου τζιάμπας σινιμάαααας! Του έργου θα χιρίσει στις ουκτώωωωωωω!»
Και μόλις νυχτώνει, ώ του θαύματος, ξεκινά στον απέναντι τοίχο η προβολή με Νίκο Ξανθόπουλο, Παντελή Ζερβό, Λαυρέντη Διανέλλο, Άντζελα Ζήλια, Μάρθα Βούρτση, Βασιλάκη Καΐλα, Νίκο Κούρκουλο, Κώστα Κακαβά αν είναι να κλαίμε. Κι αν είναι για γέλια με Θανάση Βέγγο, Κώστα Χατζηχρήστο, Λάμπρο Κωσταντάρα, Βασίλη Λογοθετίδη, Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Βασίλη Αυλωνίτη, Ντίνο Ηλιόπουλο, Γιάννη Γκιωνάκη, Νίκο Ρίζο, Γεωργία Βασιλειάδου και Σαπφώ Νοταρά...
Και πέφτω όπως τότε από το έξαφνα αναποδογυρισμένο, άνευ λόγου και αιτίας, καφάσι το αρπαγμένο από το μανάβικο, που μου χρησιμεύει για κάθισμα κρατώντας την κοιλιά μου από τα γέλια.Το τζουκ μπόξ
Σαν πέσει το βράδυ ανάβουν τα χρωματιστά λαμπιόνια κάτω από την κληματαριά στο μαγαζί του Παντελή (καφενείον, ψητοπωλείον, ζαχαροπλαστείον. Όλα μαζί!). Είναι οι πρώτες τιμητικές βραδιές του ολοκαίνουργιου τζουκ μποξ που με μια δραχμή παίζει δυο πλευρές σαρανταπεντάρηδων δίσκων.
Από το Στου Προφήτ’ Ηλία τα σοκάκια, μέχρι το Τα τρένα που φύγαν και την Άπονη Ζωή μέχρι Σήκω χόρεψε συρτάκι ή πονεμένα του Καζαντζίδη κι ως την Ιτιά Ιτιά λουλουδιασμένη. Κι από Γιάνγκα χορεύει η Άννα Μαρία, γιάγκα χορεύει και ο Βασιλιάς… που είναι πολύ τη μόδας μέχρι το Με φωνάζουνε Τζίνι το τζίνι το τζίνι. Μεγάλο σουξέ και το πρωτότυπό του Στάσερα μι μπούτο. Καθώς η τσίκνα από τα ψητά αρχίζει να περιφέρεται δεν είναι μόνη αυτή που μας ξελιγώνει. Πολλά από τα κορίτσια των παραθεριστών είναι στην εποχή τους. Για χάρη τους γίνονται τόσα ξέφρενα γλέντια.
«Ο Πρίγκηπας των κρίνων» ήταν κορίτσι

Η Νικολέτα Κάβουρα είναι ένα από αυτά. Στέκεται τα μεσημέρια μπροστά στο τζουκ μποξ και το φορτώνει μονόφραγκα. Ακούει ιταλικά τραγούδια και εκστασιάζεται με κλειστά μάτια. Φορά τζιν κι έχει δεμένο κόμπο στην κοιλιά το λευκό της πουκάμισο. Είναι κουρεμένη αγορίστικα και κυκλοφορεί με αγωνιστικό ποδήλατο! Θα χορέψει για πολλά χρόνια στο Λύκειο Ελληνίδων, θα γίνει αθλήτρια, γυμνάστρια κι έπειτα σαν προπονήτρια της Εθνικής ομάδας ρυθμικής γυμναστικής (ensamble), θα αξιωθεί το Χρυσό στην Ολυμπιάδα του Σίντνεϊ. Και, ναι! Την είδα να χορεύει έναν οργιαστικό Ζορμπά on camera τότε με τα παιδιά εκεί! Το πρόσωπό της πάντα μου θύμιζε τον Πρίγκηπα με τα Κρίνα της Κνωσού. Πέθανε πολύ νέα...
Καύτρες πυγολαμπίδες
Στου Λάκκου τ’ Μητσιάν’ τα βράδια, έστηναν χορό οι λαμπυρίτσες (πυγολαμπίδες). Λειτουργεί άραγε η παιδική μας μνήμη τόσο παραμορφωτικά ή μήπως στ’ αλήθεια όλες αυτές οι ζωντανές φωτιές έβγαιναν πράγματι από την καύτρα του τσιγάρου του μπάρμπα Τσικάλου που ανηφόριζε νύχτα για το σπίτι αφού είχε πρώτα ξεσκονίσει όλο το παζάρι, μαζεύοντας αποτσίγαρα και συνάζοντας σε σακούλι τον λιγοστό τους καπνό, για να στρίψει αυτός δεύτερο χέρι τσιγάρο μιας και δεν είχε τα χρειώδη να αγοράσει μήτε και χύμα; Νομίζω ο μπάρμπα Τσικάλος, καμπουριαστός και σκυμμένος αιώνια, ακόμα θα μαζεύει τις γόπες των τσιγάρων εκεί ψηλά που βρίσκεται τώρα. Γιατί τί άλλο να ’ναι άραγε όλα αυτά τα σκόρπια εκατομμύρια-δισεκατομμύρια άστρα παρεκτός σπίθες από την παιδεμένη καύτρα του τσιγάρου του;
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ
Η "Ντάντα" (η μικρή Αλεξάνδρα). Φωτογραφία του 1945 |
http://blogs.sch.gr/gymkoris/2012/10/21/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%88%CE%B1%CE%B8%CE%AC%CF%82-%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1/
ΑπάντησηΔιαγραφήΈνα αφιέρωμα στους "μικρούς ήρωες..." από το blog του Γυμνασίου Κορησού, υπερδεσμός.. στην καλαίσθητη και πολύτιμη ανάρτησή σου, Νώντα !
Ευχαριστούμε
Σημαντικές αυτές οι αναβαπτίσεις στο χωριό. Θυμάμαι σαν πιτσιρίκος το μεγάλο μου παράπονο ήταν γιατί εμείς δεν είχαμε χωριό. Πολλά από τα παιδιά στην γειτονιά, με την λήξη της σχολικής χρονιάς έφευγαν για τις ιδιαίτερες πατρίδες τους με τα μάτια τους γεμάτα από την προσμονή των παιχνιδιών. Εμείς όμως παραμέναμε στην Αθήνα φλεγόμενοι στο καμίνι της. Πως να εξηγούσε, η έρμη, στο πενταετές το ολοκαύτωμα της Σμύρνης;
ΑπάντησηΔιαγραφήΔεν φαίνεται ποιος έγραψε το κείμενο.
ΑπάντησηΔιαγραφήτο υπογραφω....
ΔιαγραφήΚαι η πιό πολύτιμη ανάμνηση από τα αξέχαστα εκείνα καλοκαίρια: Σούρουπο, στην αυλή της Πάτρας, ένα κατάξανθο αγόρι, μόλις 10 χρονών, να κρατάει μαγεμένο ένα ολόκληρο ακροατήριο από μικρούς και μεγάλους, με τις φιγούρες του Καραγκιόζη που χορεύαν μαζί με το γέλιο μας, και που ήταν όλες φτιαγμένες από τα χέρια του και "ζούσαν" ακόμη και στο φώς της μέρας, μακρια από τον "μπερντέ", μιας και τις είχε δώσει τα χρώματα από το ουράνιο τόξο με τις ξυλομπογιές του. Τιμή εισόδου: ένα απόκομα από παλιά εισιτήρια (ρόζ, πράσινο, πορτοκαλί) του λεωφορείου του Τσιατσιούλη.
ΑπάντησηΔιαγραφήΠράγματι υπέροχες εικόνες. Μου θυμίζει την ταράτσα μας στην Άνω Δάφνη (Κατσιπόδι) όπου πίσω από ένα αναποδογυρισμένο τραπέζι που στα πόδια του είχαμε στερεώσει ένα σεντόνι παίζαμε Καραγκιόζη στα πιτσιρίκια της γειτονιάς. Για φως είχαμε στερεώσει κάποια κεριά που έκαναν το θέαμα συναρπαστικό, μέχρι που ένα απ' αυτά πυρπόλησε το σεντόνι και κοντέψαμε να καούμε σαν τα ποντίκια. Πάει και το θέαμα για την μαρίδα, χώρια οι απανωτές από την μάνα μας.
ΔιαγραφήΑγαπητέ sapiens ,
ΑπάντησηΔιαγραφήη αστυνομική μου ταυτότητα γράφει "τόπος γεννήσεως Αθήνα" αλλά βλέπεις χρειάστηκε να το πάω ανάποδα...
Τώρα κοιτάζω από την πόλη το παρελθόν μου στο χωριό. Δεν λέω, νοσταλγία, ίσκιοι αγαπημένοι, νεκροί πραγματικές απουσίες....
Αλλά το χωριό έχει οδύνη, σκληρότητα μέσα στον ασφυκτικό εναγκαλισμό του. Είναι δάκτυλο που δείχνει και ελέγχει.. Η απόσταση έχει στομώσει τα μαχαίρια τόσων αρνητικών εμπειριών που δεν θίγω σχεδόν καθόλου... Γιατί αυτό που προέχει εδώ να αναδειχθεί είναι η συμφιλίωση με ότι ζήσαμε. Και με τον Τόπο η αγαπητική σχέση.
Νώντα μου, αυτήν την εικόνα που έχει κάποιος που ζει την ζωή στο χωριό εγώ δεν την είχα. Απλά ζήλευα τους άλλους που έφευγαν. Ως πενταετές ήθελα κι εγώ ένα χωριό! Πολλές φορές το δημιουργούσα με την φαντασία μου και το τοποθετούσα κάπου μεταξύ Δάφνης και Μπραχαμίου. Τότε εκεί είχε μπαξέδες με ζαρζαβατικά και καλαμπόκια. Το ονόμαζα κι εγώ "το χωριό μου"
ΔιαγραφήΑγαπητέ μου "απορών"
ΑπάντησηΔιαγραφήΒεβαίως και υπογράφω ("στο κάτω κάτω της γραφής"...) φαρδιά πλατιά!
Τσατσιάνα,
ΑπάντησηΔιαγραφήαλήθεια ακόμα απορώ γιατί δεν έγινα "καραγκιοζοπαίχτης". (Κι απλώς κατάντησα για κάποιους να είμαι ένα απλός "καραγκιόζης" που ενοχλεί...).
Δεν θέλω βέβαια μέσα στο κλίμα που περιέγραψες να βάλω με πολλές λεπτομέρειες και το επισφράγισμα κάθε τέτοιας βραδιάς. Τρεις γυναίκες (ξέρεις εσύ τώρα...) τηγανίζουν στο στενάχωρο κελάρι σε "πετρογκάζ" πιπέρια, μελιτζάνες, κολοκυθάκια και πατάτες τηγανητές από Σάντοβο μεριά... Σάλτσα από ντομάτα του μπαχτσέ και στρώσιμο του τραπεζιού στο ημίφως και τη δροσιά της αυλής.Ο Γκιώνης παρών. Τ' αστέρια ψηλά καρφιτσωμένα γνέφουν ακαταλαβίστικα. ΔΙΝΩ "ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΜΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΟ" ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΞΑΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙ ...
Αλλά παρακαλώ φέρτε μου απαραιτήτως πίσω εκείνες τις τρεις γυναίκες...Λούδα Ειρήνη Κλεοπάτρα! Φωνάζω...
Οι φωνές μας ενώνονται απόψε... Όπως ξέρεις καλα, οι θύμησες ξεκιναν πάντα απο την όσφρηση. Θα πρόσθετα το "σφαγμενο" καρπούζι, η φρέσκια φέτα απο τον τενεκέ (σαν πυχτός ασβεστης) και το καρβελι που τοκοβαν κρατώντας το στο στήθος κι ετρεμα μη ξεφύγει το μαχαίρι...
Διαγραφή