Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Τί είναι η "κ α κ α β ι ά" και τα "κ ά κ α β α";




Ο λωτός της ...μνήμης.
Μια ανάμνηση από τον Παράδεισο.





  
"εγώ το ξέρω"
για το δέντρο αυτό που σε ρωτώ.

Γιατί, όχι... δε λέω για κείνες τις δυο χωρίς φύλλα λεύκες
σκέλεθρα του φθινοπώρου,
πινέλα ζωγράφου με στραγγισμένο μέχρις οστέων
το χρώμα τους
να υψώνονται επιδεικτικά στα δεξιά σου...
Τον ουρανό γρατζουνώντας με τα νύχια τους
Μήτε τα πεύκα τα εναπομείναντα
από τον Αρμαγεδώνα  της άτακτης φυγής
βετεράνοι γιομάτοι κάμπιες, τραυματίες
από το παλιό Τάγμα του Πυροβολικού
που έπιανε όλο το μέρος πίσω από το εκκλησάκι που βλέπεις
το χτισμένο με τις οικονομίες μιας ζωής
-στην Αυστραλία πιάτα πλένοντας,
ή  κάτι άλλο παρεμφερές και δυσβάστακτο-
του βιοπορισμού  επάγγελμα υπομένοντας.
Όμως τα τάματα: Τάματα.
Μπροστά κι από τα Τάγματα προτάγματα!

Mα, σου λέω για το ά-φιλο αυτό και μόνο
με το θηλυκό όνομα δεντρί...
"Του Λιόκα το δέντρο" θα μου πεις για να ξεμπλέξεις
Γένος ουδέτερο… 

Λάθος αγαπητέ!
Εγώ θα συνεχίσω να σου λέω πως λάθος κάνεις οικτρό
πως ναι μεν εκεί ήταν τ' Λιόκα του δέντρου
αλλά... αυτό που βλέπεις δεν είναι άνθρωπέ μου
Ιδού  και ο καρπός του!
Κι επομένως,
θα χρειαστείς μάτια παιδιού -που τα ’χασες-
και ουρανίσκο υψηλόφρονος και λεπτεπίλεπτου δοκιμαστή
που αρέσκεται στα ταπεινά  και στα ελάχιστα
γιατί γνωρίζει πως από ’να τίποτα χτίζεται ο Παράδεισος
Κι η παιδική ηλικία που τον κατασκευάζει
έχασε το ταλέντο της 
και ανεπιστρεπτί απέδρασε.
Τρέχοντας!

Ποιό είναι λοιπόν αυτό το δέντρο
που πίνει πεθαμένο νερό κι ανασταίνεται
και ποιός ο καρπός του;
Και δεν ρωτώ τους μνήμονες,
τους πολυπράγμονες και τους φυσιοδίφες
Αλλά ρωτώ εκείνους με το μόνιμο ρίγος της άγνοιας-που γεννά η γνώση- και τους αιώνια θλιμμένους.

Ο ευρών αμοιφθήσεται...
Εν τοις ουρανοίς





Στον Χάρη Αθ. Σιμώτα 





Άμα βρεθείτε σε νησί και γυρέψετε κακαβιά θα φάτε σούπα που θα πάει σύννεφο! Θα σας πασάρουν την πεντανόστιμη ψαρόσουπα από αχαμνά ψαράκια («πετρόψαρα» επί το πλείστον πέρκες, γοβιούς, χειλούδες  και τα τοιαύτα) που οι ψαράδες με λίγο λαδάκι, κρεμμύδι, καρότο, καμιά φορά και με λίγη ντοματούλα, βράζουν και ευφραινόμενοι καταναλώνουν εν πλώ επάνω στο καΐκι.
 Δεν συζητώ καν για την πολυτελέστερη, και άκρως ...επαχθή για το σημερινό μας βαλάντιο, μπουγιαμπέσα με τα αριστοκρατικότερα ψαρικά της (λαβράκια, καραβίδες κλπ)  που στοιχειώνει τα γαστριμαργικά μας όνειρα σε παραθαλάσσια ταβερνεία της Μασσαλίας ή της Νίκαιας ξεπεταγμένη μέσα από τις σελίδες γάλλων συγγραφέων αλλά  και πλείστων όσων τουριστικών οδηγών, των ψευδαισθήσεων και των καταναλωτικών παραισθήσεων που πωλούνται με το κιλό στις μέρες μας. "Κακαβιά" λοιπόν, και παρακαλώ επίσης να μην γίνεται σύγχυση καμιά ούτε και με το …συνοριακό πέρασμα από και προς την γείτονα Αλβανία.

 Και μην αφήσετε να σας συμβεί η παρηχητική παραπομπή στο "κακάβι" –σε μια λέξη που προέρχεται απ' ευθείας από την ομηρική "κακάβη" και σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα τότε και τώρα. Δηλαδή: το μεγάλο χάλκινο σκεύος (πληθυντικός αριθμός: τα «κακάβια») μέσα στο οποίο οι νοικοκυρές έβραζαν το νερό για την πλύση των ρούχων ή μαγείρευαν σε μαζικές συνεστιάσεις το φαγητό που θα πρόσφεραν. Ξεχάστε το πτηνό κακκαβίς που είναι η πέρδικα και τον κακκαβισμό που αποτελεί τον γλυκόλαλο κελαηδισμό της. 

 Ούτε σύγχυση με το μικρότερο σε μέγεθος οικιακό σκεύος "κακαβούλι" πρέπει να γίνεται. Αυτό το θυμάμαι στα χέρια του παπά να περιφέρεται κατά τους αγιασμούς στα σπίτια περιέχοντας εντός του τον πεποικιλμένο κι ασημοστόλιστο σταυρό, ένα ξεραμένο κλωνί βασιλικό και νεράκι από «τα πηγάδια» [τις δημόσιες κρήνες]  του χωριού από τα οποία και  φροντίζαμε να συμπληρώνουμε κάθε φορά που φύραινε το ...αγίασμα. Το ίδιο "κακαβούλι" σε διάφορα μεγέθη  το έβλεπες συχνά και στα χέρια γυναικών γεμάτο με το προϊόν του αρμέγματος των μαστών κάποιας αμέριμνης γίδας, που μόναζε, μασουλώντας μακαρίως χορτάρι, σε κάποιο ύψωμα του χωριού.  
Το "κακαβούλι" έλαβε τελικά και μια πιο "χυδαία" εκδοχή όταν μαζικοποιήθηκε η παραγωγή του και κατάντησε του συρμού. Τότε άρχισε να πουλιέται από τα καταστήματα με είδη προικός και οικιακής χρήσεως μαζί με μπατανόβουρτσες, φαράσια, μαστραπάδες, μυγοσκοτώστρες, λαμπογυάλια, τρόμπες "φλιτ" για τις μύγες, σάρωθρα και λοιπά. Με καπάκι ασφαλείας, ξύλινο χερούλι, κάπως μακρόστενο στην κατατομή του και  κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από αλουμίνιο, αντικατέστησε σιγά σιγά τον στιβαρό του πρόγονο  που, κακά τα ψέματα, κάθε τρεις και λίγο το γύρευε το ...γάνωμά του! 

Στην Κεφαλονιά αναζητείται ακόμα, από τους αρχαιολόγους της ενάλιας υπηρεσίας, ένας ποντισμένος στα νερά αρχαίος  οικισμός με το όνομα Κάκκαβα. Και φυσικά κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τον Κώστα Κακαβά, τον γόη του ελληνικού σινεμά, με τους φαρδιούς ώμους και την μόνιμη κουστουμιά, της δεκαετίας του '60.Τα κάκαβα όμως για τα οποία σας μιλώ -αναφέρονται σε χωριά της Δράμας και ως κακάβια - είναι ο ταπεινός καρπός της κακαβιάς του δέντρου που φέρει την επιστημονική ονομασία Celtis Australis

Στο χωριό οι κακαβιές ωρίμαζαν τον καρπό τους μέσα στο καλοκαίρι. Έναν μικρό στρογγυλό  καρπό στο μέγεθος στραγαλιού που σαν έτρωγες το υποκίτρινο περιεχόμενό του -μαζί με το μαύρο του φλούδι- άφηνε στο στόμα σου ένα συμπαγές και σκληρό κουκούτσι.  Εικάζουν μερικοί πως τα κάκαβα ήταν οι λωτοί των αρχαίων ελλήνων. Ίσως να υπάρχει κάποιο δίκιο στην εικασία αυτή γιατί τα κάκαβα είχαν πράγματι ωραία γεύση και προκαλούσαν έλξη στους ρέκτες τους, οι οποίοι μάλιστα πολύ συχνά ξεχνιόντουσαν πάνω στα δέντρα και αργοπορούσαν να επιστρέψουν σπίτι δείχνοντας μια ακατανόητη αδιαφορία για την σχετική κατσάδα που θα ακολουθούσε ή και ακόμα και για το ανάλογο μπερντάχι που θα έπεφτε από κανέναν αψύ και ιδιαζόντως αυστηρό πατέρα. 

Κακαβιές πάντως δεν υπήρχαν πολλές. Ελάχιστα δέντρα θυμάμαι και τα πιο πολλά "στη Μούζγκα" όπου για  ώρες μέναμε σκαρφαλωμένοι τρυγώντας με υπομονή τον καρπό και γεμίζοντας τις τσέπες μας μ' αυτόν. Κατασκευάζαμε ύστερα φουσιουκλέκια (φυσοκάλαμα) από ξεραμένα βούζιουλα -από τα οποία αφαιρούσαμε την εύθρυπτή τους  ψίχα- και με την άκρη της γλώσσας μας προωθούσαμε στο αυτοσχέδιο πυροβόλο μας το κουκούτσι φυσώντας το με δύναμη εναντίον των εχθρών. Τα πλήγματα βέβαια δεν ήταν μοιραία ή θανατηφόρα αλλά αν τα κουκούτσια σε έβρισκαν σε γυμνό μπράτσο, μπούτι, πλάτη ή κεφάλι προξενούσαν ικανό αίσθημα πόνου.  

Ίσως οι σημερινοί γόνοι των συνομηλίκων μου (παιδιά κι εγγόνια)  ούτε που θα γνωρίζουν πια τί να ’ναι αυτά τα κάκαβα. Ακόμα περισσότερο πιθανό θεωρώ να μην ξέρουν επίσης ούτε τί είναι και τα τσίντσιφα ("τα τσίν'τσ'φα") που παίρναμε από τις τσιν'τσ'φιές (τζιτζιφιές/ή μοσχοϊτιές) που αυτές ωρίμαζαν πολύ νωρίτερα από τις κακαβιές τον καρπό τους ο οποίος είχε μια κάπως υπόστυφη γεύση αλλά το κουκούτσι του, μυτερό και ...αεροδυναμικά επίμηκες και λεπτό, που επιταχύνονταν άψογα στον προωθητικό σωλήνα του φυσοκάλαμου, έτσουζε πολύ «όπου κι αν σ' έπαιρνε» αν ο επιτιθέμενος διέθετε επαρκή προσόντα σκοπευτή και γερό πλεμόνι.


 Ένας καλός μου ξάδερφος μου έστειλε σήμερα μια φωτογραφία με κάκαβα από το χωριό και μου ανακοίνωσε περιχαρής πως κάποια δέντρα εδώ κι εκεί, έχουν ακόμα περισωθεί. Τελικά και κακαβιές και τσιντσ'φιές -λίγες πολύ λίγες- υπάρχουν ακόμα αλλά  κανείς πια δεν παίζει με τους καρπούς των δέντρων αυτών κι ίσως ούτε και νοιάζεται για την παρουσία τους…

                                                                                          ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ, Θεσσαλονίκη 16.11.15




* ΠΡΩΤΟΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην όμορφη "Τύρβη" που τυπώνεται,εκδίδεται & διανέμεται από τον φίλο Αντώνη Παπαβασιλείου του εν Γρεβενοίς
[Aρ .φυλ.6/ Χριστούγεννα 2015].
Tις φωτογραφίες (1) με το -τωρινό- τ' Λιόκα το δέντρο στον Άγιο Νεκτάριο/παλιό Πυροβολικό και (2) τη χούφτα με τα κάκαβα μου τα 'στειλε ο Χάρης Σιμώτας.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου