Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Θερινοί επισκέπτες, μικρό σεργιάνι, κόσμος που μακραίνει…




   Α΄ΜΕΡΟΣ


       Το καλοκαίρι στο χωριό είναι για τη μνήμη ένα ψηφιδωτό. Σκληρή δουλειά μα και σχόλη, συνάντηση αγαπημένων προσώπων. Σύγκρουση και σύγκριση κόσμων (χωριού-πόλης, ενδοχώρας- ξενιτιάς) και ηθών. Είναι: 

        Ξεσέλωτο άλογο που τρέχει κάθιδρο μ’ ένα παιδί για αναβάτη. 

        Kραυγή χαράς στο αντίκρισμα του Αλιάκμονα.       

        Σιωπή που την συντροφεύει το μουρμουριστό τρέξιμο των κρυστάλλινων νερών του Λουσκιώτη

        Ασημένιο ψάρι που σπαρταράει στο δίχτυ.

        Γέλιο μαζί και κλάμα. Είναι προπάντων παιδιά που ανέμελα ξεχνιούνται από το πρωί μέχρι το βράδυ στο πάρκο του χωριού και παλεύουν με τα χώματα, τις μπίλιες και τα "ψυπακά".

        Γόνατο ματωμένο μετά το πέσιμο στα χαλίκια. Ατέρμονη συναυλία τζιτζικιών το καταμεσήμερο. 

        Μπόρα ξαφνική τον Αύγουστο και χωμάτινη μυρουδιά. 

         Οσμή των καλαμιώνων που καίγονται ολονυχτίς στο οροπέδιο της Ανασέλιτσας. Φωτιές αρχαίες, σηματωροί και μηνυτές μυστηρίων που φωτίζουν τον αδιαπέραστο ορίζοντα.

         Ξάστερος ουρανός στο γαλήνιο βράδυ και ρίγος μπρος την φευγαλέα σύλληψη του απείρου. Καθώς γνέφει με άστρα που τρεμοσβήνουν ακουμπισμένα στο πιο εβένινο μαύρο. 

       "Θυμάμαι το καλοκαίρι στο χωριό"... Κι είναι σαν να λέω πως:

        "Ετούτη τη στιγμή:  Ε ί ν α ι  … Ή τ α ν  …".






  Από προσώπου γης...


  Πού χάθηκαν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι όπου κάθε Σάββατο πρωί, χειμώνα-καλοκαίρι, άπλωναν πάνω σε σακιά και κουρελούδες τα φρέσκα "ζαρζαβάτια" τους ολόγυρα στο παζάρι του χωριού; Πιο πλούσια και πιο δροσερή η αγορά του καλοκαιριού: Πιπέρια κρέχτα, φασολάκια χλωρά, μελιτζάνες, νεροκρόμμυδα, πατάτες, σέλινα, τρυφερό μακεδονήσι, αγγούρια τριζάτα, ντομάτες καραμπόλες "μιά και στου γάμου σ’". Η Καλλιρόη μιλώντας ασταμάτητα και να χειρίζεται επιδέξια το ζύγι. Ο θυμόσοφος σύζυγος Θωμάς επιβλέπων. Ο ευέξαπτος αδερφός της Λιόλιας Ρίζος. Η τυραννισμένη Μπατζίκου με τις δυο ανύπαντρες θυγατέρες της, που δεν ξεφόρτωναν στο παζάρι αλλά έκαναν διανομή κατ’ οίκον, για τους ανήμπορους και τους γέροντες. Ο Κάστανος με τα λιμνίσια ψάρια σε κασέλες  (γλίνια, τσουκάνια, γριβάδια και τούρνες και καμιά φορά ακόμα και μικρούς μαύρους γουλιανούς) που κουβαλούσε με τη φοράδα του από την Καστοριά.



 Οι Μπαλαίοι στο μικρό τους χασαπιό με τις κόκκινες καρώ ποδιές και τα μαχαίρια στα χέρια. Τα κρέατα στα τσιγκέλια και στον τάκο επάνω. Πού ψυγεία τότε... Τα σκυλιά να καραδοκούν για καμιά μπτζέρα.  Οι αδερφοί Νασιόπουλοι Κώστας και Χρήστος ("Ντιβλιωταίοι") με το τρίκυκλο και τα ποταμίσια ψάρια ψαρεμένα με τον πεζόβολο καθώς και πεπόνια από το μποστάνι τους. [Αυτό ίσως όπου αργότερα προσπάθησαν να στήσουν ιχθυοτροφείο πέστροφας με τον Στέργιο Τζημάνη. Αποτυχία. Σκέτη καταστροφή!]. Ο Τσιότσιος Βιτανιώτης πάλι με τα πιο αρωματικά πεπόνια του κόσμου. Θα φέρνει και όψιμα μέχρι τέλος  Σεπτεμβρίου. Και άλλοι πολλοί…



      Μνήμη Σαντόβου φευγαλέα



Σάντοβο

  Ο δρόμος που πέρασε από το Σάντοβο -πράξη εγκληματική, αυθαίρετη και ανίερη- διατάραξε τη μυστηριακή  γαλήνη και τη ομορφιά του τοπίου. Έριξε μια επίστρωση πίσσας και στη μνήμη ακόμα μιας ολόκληρης εποχής. Πάνω στους υπομονετικούς εργάτες της γης, των μυρωμένων μποστανιών και των  μπαξέδων που στάθηκαν θυσία στην εποχή που θέλει να τρέχει…


Σάντοβο


   Ψάλτης δεξιός


  Μ’ ένα ετοιμόρροπο, αργοκίνητο και θορυβώδες τρακτέρ φορτωμένο ζαρζαβατικά καταφθάνει κάνοντας δαιμονισμένη φασαρία, άπαξ της εβδομάδος, ο Γιάννης Συκόπουλος  ("Μπέλλος") από το διπλανό Κωσταράζι που, παρά το ότι υπήρξε ένας καθ’ όλα σεμνός δεξιός ιεροψάλτης της ενορίας του και κάθε Κυριακή διάβαζε ανελλιπώς «τον Απόστολο» στην Εκκλησία του χωριού του, διαφημίζει τα προϊόντα του μεταξύ των οποίων και τα ξερά φασούλια: "Φασουλάδα τρομερή κάθε βήμα και πορδή" μαζί βέβαια με άλλα πολλά και νόστιμα παρόμοια…



 Ο "ανταγωνισμός" πεζοπορώντας...


  Έρχονται ακόμα κάθε Σάββατο πρωί ποδαρόδρομο από την Μηλίτσα και το Σδράλτσι (Αμπελόκηποι)  η κυρά Σταυρούλα, ο μπάρμπα- Κώστας, ο μπάρμπα-‘ποστόλης και άλλοι, με βαριά φορτωμένα τα ζώα τους φρέσκα ζαρζαβατικά. Ο ... ξενόφερτος "ανταγωνισμός" για τους Βογατσιώτες "μπαχτσεβαναραίους" (χωρίς μηχανοποίηση και τυποποίηση ακόμα). Ίσως στην επιστροφή, αν βέβαια έχουν ξεπουλήσει κι αποκάμουν, να γυρίσουν καβάλα. Όχι πολύ αργότερα, όταν στα δυο μανάβικα της πλατείας θα ξεφορτώνουν φορτηγά από τον Πύργο,τα Τρίκαλα και τον κάμπο της Σαλονίκης, όταν θ' ανοίξει το Σούπερ μάρκετ μ' όλα τα καλά στα ράφια εντάξει και με τα κατεψυγμένα παρατάξει, τότε θα καταλάβουν όλοι -ντόπιοι και ξένοι ξωμάχοι- "τί εστί βερίκοκο"!




     Οπτικοακουστικά και άλλα



Ο πεταλωτής από την Εράτυρα Κώστας Ψήμας επί το έργον
 στον Πελεκάνο (1959).

   Είναι μια επίμονη εικόνα που κουβαλά και ήχο και μυρωδιές μαζί της μένοντας ολοζώντανη σαράντα χρόνια τώρα και βάλε. Ο οδοντίατρος Γιώργος Βαφειάδης στο πρόχειρα στημένο ιατρείο του στο δεύτερο πάτωμα του σπιτιού της μπάμπους Τάκινας, δέχεται κάθε Σάββατο τους πιστούς ασθενείς του που δεν μπορούν να μετακινηθούν στην Καστοριά.  Κρατά ακίνητο κάποιον βογατσιώτη στην οδοντιατρική πολυθρόνα και παλεύει με το πονεμένο του δόντι χτυπώντας το κανονικά μ’ ένα καλέμι να το ξεχαρβαλώσει ώστε να το πιάσει με την τανάλια ή τροχίζοντάς το βασανιστικά γρρρρ ...γρρρρ... με τον ποδοκίνητο -σαν ραπτομηχανή Singer- τροχό. Έχει το παράθυρό του ανοιχτό για να μπαίνει ο δροσερός ακόμα αέρας κι έτσι τα πάντα ακούγονται ευκρινέστατα.  Ο πεταλωτής Κώστας Ψήμας από τον Πελεκάνο ακριβώς κάτω από εκείνο το παράθυρο περιποιείται μια φοράδα δεμένη με τριχιά στην βαθύσκιωτη ακακία. Την καλιγώνει με αληθινή μαστοριά. 


Αρτοποιείον "Η Δήμητρα" του Κώστα και της Αλεξάνδρας Τακαντζιά.

   Από τον φούρνο του Κώστα Τακαντζιά την ίδια ώρα  αρχίζει η  παρέλαση με την εδεσματολογική παρακαταθήκη του χωριού: Tαψιά με γεμιστά, κομμάτια αρνί ή μοσχάρι μαγειρεμένα με πατάτες ή ρύζι, σπλήνες γεμιστές με ρύζι και μυτιρίνα, κρέατα ψητά στη λαδόκολα σε κομψά πακέτα δεμένα με σπάγκο, πινακωτές με ζεστά μυρωδάτα πισινίκια με προζύμι και μαλάθες με ψωμιά ρουφτένια και κουλούρες αν υπάρχει κανένας γάμος κοντά ή λειτουργιές για πρόσφορα μια και τα ευχέλαια, τα τρισάγια κι οι αρτοκλασίες δε λείπουν όλο το χρόνο. Έχουμε και λέμε: οι γοερές κραυγές και οι πόνοι του άμοιρου βογατσιώτη που σφαδάζει στην καρέκλα του γιατρού, το ακανόνιστο χτύπημα από το οδοντιατρικό καλέμι, το ρυθμικό τακ τακ του πεταλωτή, το ανήσυχο χλιμίντρισμα της φοράδας, οι λαχταριστές μυρωδιές και το θέαμα των φαγητών και ψωμιών που διαβαίνουν σαν σε πασαρέλα... 




    Στο Πισιάκι!


Οι "συνυφάδες"  Βάια χήρα Ιωάννη (αριστερά) και  Κλεοπάτρα Σαββαρίκα
χήρα Γεωργίου  (δεξιά).

   Ο Γιαννούλης είναι αγκαζέ σχεδόν όλο το καλοκαίρι κάνοντας καθημερινά δρομολόγια προς την Αμμουδάρα (Πισιάκι) όπου οι κάποιας ηλικίας Βογατσιώτες -γυναίκες στην πλειοψηφία- προσπαθούν να ξεγελάσουν τα "ρεματικά" του χειμώνα. Πάνε και κάθονται λοιπόν μέχρι να μουλιάσουν σε τσιμεντένιες μέσα μπανιέρες γεμάτες καυτό θειούχο νερό, που μυρίζει έντονα σαν κλούβιο αυγό. Κουβαλούν μάλιστα, επανακάμπτοντας από τα μπάνια, σχεδόν θριαμβευτικά μαζί τους, και πίνουν με φανερή δυσφορία αλλά και περισσή υπομονή σαν φάρμακο που όρισε ο γιατρός αυτό το απαίσιο πράγμα...




       Βόλτα στο τζιαντέ


Από αριστερά προς τα δεξιά: Κώστας Σαββαρίκας ("Παρτάλας")
    και Γιάννης Σιώτας ("Αμύντας").  
    Η τελετουργική εκείνη βόλτα του απογεύματος της Κυριακής στον τζιαντέ (τον κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο του χωριού) μέχρι το βαθύ σούρουπο. Μια ήρεμη διαδρομή πάνω κάτω, ίσως δυο και τρεις φορές από τον Ασυρτό μέχρι την αστυνομία. Σύσσωμη η οικογένεια απολαμβάνει κάποιο παγωτό στο χέρι που θα αγοράσουν από τον Πέτ’ , τον Παπαστέργιο ή το περίπτερο της Μαριάνθης τ’ Μπλιούρα.  Φορώντας όλοι τα καλά τους ρούχα, κρατώντας ανά χείρας που και που κανένα λεπτεπίλεπτο ζιλέ οι κυρίες, έτοιμες ν’ αντιμετωπίσουν την ψυχρούλα που θα καταφθάσει μόλις πέσει για τα καλά το φως. Οι νεαρές που άρχισαν να ξεπετάγονται ξυπνούν την ερωτική διάθεση των νεαρών. "Βρε πώς μεγάλωσε αυτή!". Ανταλλάσσονται αλλεπάλληλοι χαιρετισμοί αβρότητας ανάμεσα στους διερχόμενους. Μια συνήθεια πραγματικών αριστοκρατών που "ξέπεσαν" κάπως καθώς λείπουν ...οι ομπρέλες οι βεντάλιες, τα λευκά χειρόκτια, τα μονόκλ και το μεγαλοπρεπές μόνιππο. 



     "Κουμπίνα", "κουμπινιέρης"




   Καμιά φορά η ομαλή ροή και ο ρυθμός της βόλτας σπάζει αν εμφανιστεί κάποια "κουμπίνα" (θεριζοαλωνιστική μηχανή) που προβάλλει απειλητικά τα δόντια της πιάνοντας, από την μια άκρη ως την άλλη, όλο το πλάτος του στενού δρόμου και σαν να φοβερίζει όσους δεν παραμερίζουν. Αργά σαν το Θηρίον της Αποκαλύψεως, με φώτα ολόγυρα θα απομακρυνθεί με το πάσο της, κάνοντας τσαλιμάκια με τις πίσω ευκίνητες ρόδες. Ο κουμπινιέρης σοβαρός και απρόσιτος στην ανοιχτή καμπίνα, με κείνο το παροιμιώδες μυξομάντηλο δεμένο σε αυτοσχέδιο καπέλο στο κεφάλι με κόμπους μπρος πίσω, τα πάντα καθορά -σχεδόν βασιλιάς- καθώς παρελαύνει. Είμαστε ακόμα στην εποχή με τον, πράγματι όψιμο, "Θέρο" της Δυτικής Μακεδονίας.

                                                             ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ



Πρωτοδημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Το Βογατσικό (Αρ. Φ. 77 & 78, Περίοδος Β’ Ιούλιος -Αύγουστος και Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 1991) με τον τίτλο" Επισκέψεις" και "Μνήμες καλοκαιριού", Τώρα ξανακοιτάχτηκαν, διορθώθηκαν, εμπλουτίστηκαν και ξαναδίνονται. 
Οι φωτογραφίες προέρχονται από το φωτογραφικό αρχείο του Νώντα Τσίγκα.

2 σχόλια:

  1. Μοναδική παρακαταθήκη για τη γενέτειρα !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν είπαμε ότι αυτά τα κείμενα θα τα συνοδεύει προειδοποίηση με μεγάλα γράμματα "ΠΡΟΣΟΧΗ - ΚΊΝΔΥΝΟΣ ΣΤΑ ΦΥΛΛΟΚΑΡΔΙΑ ΣΑΣ"!; Όλη μας η Πατρίδα να ξετυλίγεται με τόση στοργή στα χέρια σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή