Βογατσιώτικης Πρωτοχρονιάς μνήμη. Θωμαής και άλλων ενθύμηση
Στην αγαπημένη μου Ντίνα Σαμοθράκη που μ’ έκανε να θυμηθώ
ΣΗΜΕΡΑ ΘΥΜΗΘΗΚΑ πως στο Βογατσικό και σε εναρμονισμό με την κλεινή Χρούπιστα (Χρούπστα ή και Άργους την ονομάτιζε πάντοτε η γιαγιά μου η Κλεοπάτρα), τ’ Αηβασιλ’, δηλαδή ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, γιορτάζονταν τα καρναβάλια (ή άλλως ρουγκατσιάρια).
Ακολουθούσαν στην Καστοριά τα καρναβάλια (ραγκουτσάρια) του Αη-Γιαννιού. Αυτά τα θυμάμαι ως εορτή του αγαπημένου μου θείου Γιάννη Τζήλλα του ζαχαροπλάστη, που νόμιζα –θαρρώ πως και τώρα το νομίζω, που έχει πεθάνει– ότι για χάρη του γίνεται και το σημερινό τουριστικό καρναβάλι-«δρώμενο» της πόλης…
Από το πρωί οι καρναβαλιστές, δηλαδή τα ρουγκατσιάρια (ή ρουγκατσιαρέοι), ντυμένοι με ότι πιο «χαζό» μπορεί να φανταστεί κανείς (νυχτικιές, ρόμπες, πανταλόνια και χλαίνες στρατιωτικές, βλάχικα μαλλιότα, νυφικά πέπλα, παραδοσιακά φορέματα, πόλκες ή υπολείμματα τσολιαδίστικων και μακεδονίτικων στολών και βαμμένοι με κάρβουνα) έβγαιναν στους δρόμους μέσα στο κατάκρυο και τα ξεροβόρια του Γενάρη, αγνοώντας παγουτές ή χιόνια, και με τη συνοδεία μπάντας καθόλου ταπεινής, με κλαρίνα, τρομπέτες και νταούλια έπιαναν το τζιαντέ αράδα από άκρη σ’ άκρη του χωριού χορεύοντας ασταμάτητα. Το μεγάλο γλέντι κι ο χορός, ύστερα από μικρό διάλειμμα για ξαπόσταμα το μεσημέρι, λάβαινε χώρα στην πλατεία του χωριού. Κυκλωτικοί χοροί κι αγαπημένοι άνθρωποι να στροβιλίζονται. Ο ήχος του νταουλιού έμπαινε στο στήθος σαν δόνηση. Παιδική μνήμη που πάει και κάηκε. Ανεπανάληπτη εις το εξής…
Θυμάμαι τώρα και την καημένη μου την θείτσα Θουμαή Σιμώτα, αδελφή της γιαγιάς μου. Αγράμματη –και για τούτο αρκούντως αυθόρμητη και «χύμα»– τη μέρα αυτήν μας έφερνε μήνες νωρίτερα τις βλάσφημες διονυσιακές Αποκριές, τραγουδώντας ευθαρσώς:
Αρχή μουνιά κι αρχή χρουνιά
ψουλή μου διντρουλιβανιά
Κι αρχή καλός μας χρόνους κλπ.
Για να καταλήξει:
Άγιους Βασίλης κουμαρτζής*
ρουφιάνους κι κυρχανατζής**
….βαστάει κόλλα κι χαρτί
κι ζουγραφίζ’ ένα μουνί!
* ο χαρτοπαίκτης το χαρτόμουτρο, ο ρέκτης των τυχερών παιχνιδιών
**ο πορνοβοσκός, ο νταβατζής.
Στη φωτογραφία κρατώντας δυό αγγειά (ένα γκιούμι κι έναν τενεκέ με περασμένο ξύλινο χερούλι για λαβή) η Θωμαή φορώντας γαλέντζες φέρνει νερό από τη δημόσια κρήνη. Ένα μικρό γκιούμι με νερό άδειασε στουν κατώφλιου του σπιτιού της («έτσι να τρέχ’ ου δρόμους σ’, σαν του νιρό») στα εκεί στα 196… κατευοδώνοντας τον μικρό της γιο τον Γιάννη που έφευγε για την Πάντοβα στην Ιταλία με 500 δραχμές στη τσέπη να βρει την τύχη του...
Κύλησαν τα χρόνια. Η Θωμαή κι ο Γιάννης όπως και τα πολλά νερά του χωριού έφυγαν. Και η πρωτοχρονιάτικη γιορτή μαζί.
Μοίρα ανθρώπινη. Τα νέα ήθη, οι καινούργιοι άνθρωποι, μνήμες που θα διαδεχτούν τις μνήμες και αυτούς που τώρα θυμούνται. Όταν θα είμαστε όλοι φωτογραφίες, ξέρω, κανείς δεν θα θυμάται αυτή τη γιορτή ούτε και τους καρναβαλιστές…
Προς το παρόν όμως… Σ’ αυτήν εδώ τη φωτογραφία ίσως του 1963, νεοαρραβωνιασμένες οι δυο μοδιστρούλες, οι αγαπημένες μου θείες Νίτσα Σιμώτα, σύζυγος του Τσιάτσιου, και δίπλα η Ρούλα, σύζυγος Κώστα Σαββαρίκα, με το πιο γρήγορο στόμα ever όπως λέμε στο Βογατσικό και η πιο δημιουργική, ευφυής και εργατική ράφτρα ξανά ever, πλάι στους άντρες τους, που σέρνουν τον Πρωτοχρονιάτικο χορό.
Ευλογείτε τον χρόνο τον σαρκαστή. Που σαρώνει καιρούς κι επαναφέρει μνήμες αναστάσιμες.
Αινείτε αυτόν. Τον εκδικητή, θριαμβευτή και δίκαιο…
.png)










Πρώτα καλή χρονιά. Τώρα, επειδή αναφέρεις τον θείο σου τον Γιάννη, κάτι που ίσως δεν ξέρεις: πολύ-πολύ παλιά, προτού ακόμη παντρευτούν οι αδελφοί Τζήλλα, έμεναν σε ένα παλιό σπίτι στον Εβραίικο μαχαλά και θυμάμαι, 1952 ή το 1953 πρέπει να ήτανε, του Αι Γιαννιού, με παίρνει ένας ξάδελφός μου–σχωρεμένος εδώ και χρόνια– μικρό κορίτσι του δημοτικού μαζί του σε επίσκεψη με παρέα και όργανα για επισκέψεις σε Γιάννηδες. Πάμε και στο σπίτι τους, ένα τεράστιο σπίτι –ή έτσι μου είχε φανεί– όπου έμενε η οικογένεια Τζήλλα και γιόρταζε ο Γιάννης. Τότε, η μάνα τους, η κυρά-Βασιλική, με ρώτησε πού μένω και όταν της είπα αφού με χάιδεψε με σφίγγει στην αγκαλιά της λέγοντας: «Αααα, σύντομα θα γίνουμε γείτονες!». Και γίναμε και μείναμε έκτοτε γείτονες αγαπημένοι. Να είμαστε πάντα καλά και όσο μπορούμε να θυμόμαστε. Για να θυμάσαι κι όταν εμείς θα έχουμε γίνει ανάμνηση! Καλή χρονιά, εύχομαι κι ευλογημένη! Πολλά στοργικά φιλιά!
ΑπάντησηΔιαγραφή