ΕΝΑ (ΣΧΕΔΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ) ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ ΣΤΟ «ΠΡΟΣΗΛΙΟ» την 4 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1943
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΔΙΑΛΕΞΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ, μαζί με τις διαφάνειες που προβλήθηκαν για την υποστήριξή της με εικόνα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων των αποκαλυπτηρίων του μνημείου και της παρουσίασης του τιμητικού τόμου-λευκώματος, στο Βογατσικό, το Σάββατο 23 Ιουνίου 2018.
Κύριε Δήμαρχε,
Αιδεσιμώτατε, Λοιποί επίσημοι προσκεκλημένοι,
Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, αγαπητοί συντοπίτες,
Συναντιόμαστε σήμερα εδώ με την ευκαιρία της παρουσίασης του «Λευκώματος μνήμης» που αφιερώνεται στα θύματα της Κυριακής της 4ης Απριλίου του 1943.
Η μακρινή πια αυτή ημερομηνία, αποτελεί χρονικό σημείο κατά το οποίο η φρίκη και το πένθος περίσσεψαν στο Βογατσικό. Οπωσδήποτε, δεν ανήκει στις ένδοξες στιγμές της ιστορίας του χωριού. Έχει το στίγμα της «Μαύρης» -αποφράδος- ημέρας. Ωστόσο, σήμερα θυμόμαστε εκείνους που χάθηκαν τότε και που δυστυχώς για πολλές δεκαετίες είχαν λησμονηθεί…
Το μνημείο στη θέση «Προσήλιο», του οποίου τα αποκαλυπτήρια έγιναν απόψε, όπως και το βιβλίο που παρουσιάζουμε εδώ, χρειάστηκαν κόπο και χρόνο (και κατάλληλο βηματισμό…), ώσπου να ολοκληρωθούν. Είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης των δημιουργών τους με την ουσία ενός μαρτυρίου που έλαβε χώρα πριν 75 χρόνια…
Τα βιβλία και η γραφή, ο τυπωμένος δηλαδή λόγος, αποτελούν ισχυρές αρνήσεις απέναντι στην εξαφάνιση του ανθρώπινου ίχνους μέσα στους αλληλοδιάδοχους ιστορικούς κύκλους της βίας και του αίματος. Ελπίζοντας πως το «Λεύκωμα» αυτό θα αποτελεί στο εξής σημείο αναφοράς για τη βιβλιογραφία του ιστορικού γενέθλιου τόπου, το παραδίδουμε σήμερα στα χέρια σας, στην αγαθή κρίση και την επιείκειά σας. Δεν έχει φιλοδοξήσει καθόλου να είναι το ίδιο ένα βιβλίο «Ιστορίας», όμως, το αποτύπωμά της θα αντιληφθείτε πως είναι εμφανές πάνω του.
Ο τίτλος του λευκώματος «Με λίγα ρούχα αιματωμένα…» βασίστηκε στη φράση ενός ποιήματος του μεγάλου Έλληνα ποιητή Νίκου Καρούζου το οποίο αξίζει να σας διαβάσω...
Είχα την τύχη, την τιμή και τη χαρά να επιμεληθώ την έκδοση αυτού του λευκώματος και επομένως οφείλω να θυμίσω και να τονίσω την «πολυ-συγγραφική» του υπόσταση. Το βιβλίο που προέκυψε μπορεί να το επιμελήθηκε ένας άνθρωπος όμως δεν γράφτηκε από έναν. Απαιτήθηκε όμως η συνέργεια πολλών. Το υλικό οργανώθηκε κυρίως γύρω από έναν κορμό παλαιότερων δημοσιεύσεων της εφημερίδας «Το Βογατσικό», στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Αυτόν τον κορμό αποτελούσαν: (1) ένα κύριο άρθρο της σύνταξης της εφημερίδας (Γκολομπίας-Τσίγκας).
(2) To συγκλονιστικό κατοχικό ημερολόγιο, «Η ζωή αφόρητος, του Χρήστου Κανδύλη, ο οποίος υπήρξε θύμα της εκτέλεσης της 4ης Απριλίου,
και (3) ένα μέρος από τις αυτοβιογραφικές σελίδες της θυγατέρας του Κανδύλη της Αθηνάς Κανδύλη-Κοτσιά «Ο κύκλος μιας ζωής» που εστιάζουν περισσότερο στην περίοδο της Κατοχής και στο δραματικό γεγονός και (4) από το βιβλίο/αυτοέκδοση της ιδίας «Μνήμες ζωής» (Πάτρα 2012) .
Στην «ύλη» προστέθηκαν: το σύντομο χρονικό της θυσίας και το ανέκδοτο διήγημα με τον τίτλο «Έξοδος», που γράφτηκαν από τον ομιλούντα.Συμπεριλήφθηκε στο λεύκωμα αυτό η παράθεση του πλούσιου φωτογραφικού υλικού που με κόπο συνέλεξε και διέσωσε η Πόλυ Μπλιάγκα, καθώς και το συγκλονιστικό κεφάλαιο με τις ζωντανές μαρτυρίες που επί χρόνια, μεθοδικά και επίμονα, αναζήτησε και συγκέντρωσε η ίδια ερευνήτρια.
Σε ένα μικρό κεφάλαιο, η αρχιτέκτων και εικαστικός Χριστίνα Μαυροπαίδη, δίνει τους βασικούς άξονες της εργασίας της πάνω στο μνημείο το οποίο ευγενώς προσφέρθηκε από μέρους της στο Βογατσικό και στη συλλογική μνήμη.
Εξ αρχής επιθυμώ να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου: στον Δήμαρχο κ. Παναγιώτη Κεπαπτσόγλου και στον Προέδρο της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης του Δήμου Άργους Ορεστικού κ. Ανδρέα Βιτούλα για την δεκτικότητα, κατανόηση και θέρμη με την οποία ανέλαβαν να υποστηρίξουν και να υλοποιήσουν, όλες τις απαιτητικές σε χρόνο και οικονομικό κόστος διαδικασίες για την ολοκλήρωση της ανέγερσης του μνημείου και την έκδοση του βιβλίου. Στον γραμματέα της Κοινότητας κ. Tριαντάφυλλο Λιάντση για την διερεύνηση του Μητρώου της Κοινότητας και τον εντοπισμό επτά ληξιαρχικών πράξεων θανάτου των θυμάτων της 4ης Απριλίου 1943. Στον κ. Θωμά Κ. Δεληγιάννη για την παραχώρηση φωτογραφιών από την δυσπρόσιτη περιοχή στα «Σγκαλώματα».Να ευχαριστήσω επίσης τους φίλους: Αλέξη Παπάζογλου για τη εξαιρετική γραφιστική επιμέλεια στο βιβλίο και την άριστη συνεργασία, τον Αντώνη Μαυρογένη για την σπουδαία εκδοτική φροντίδα, τον Στέλιο Ψευτογκά, γραφίστα-designer που σχεδίασε το αφιλοκερδώς το εξώφυλλο του βιβλίου πάνω σε μια δική μου ιδέα. Στον γιατρό Άγγελο Μ. Καρυδά που εικονογράφησε με δυο σχέδιά του το διήγημα «Έξοδος». Στον συγγραφέα-φιλόλογο Κώστα Δρουγαλά για τις διορθώσεις και την φιλολογική επιμέλεια των κειμένων του βιβλίου. Και ασφαλώς, στις εξαιρετικές και φιλόπονες Κυρίες: Πόλυ Μπλιάγκα & Χριστίνα Μαυροπαίδη, γιατί χωρίς την επίπονη, μακρόχρονη και συστηματική ερευνητική προσπάθεια της μιας ή την υποδειγματική, εμπνευσμένη και αφιλοκερδή αρχιτεκτονική συμβολή της άλλης… η σημερινή μας παρουσία εδώ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ!
Είχα προετοιμαστεί μήπως και στο σημείο αυτό θα άλλαζα το περιεχόμενο των επόμενων διαφανειών έστω και την τελευταία στιγμή… Όμως δυστυχώς, όπως διαπιστώνετε παραμένει «απορίας άξιον» το γεγονός ότι το ιταλικό προξενείο, εδώ και …δεκαοκτώ μήνες (από τις 5/9/2016), ΕΠΙΣΤΟΛΗ του ΔΗΜΑΡΧΟΥ προς την Ιταλική Πρεσβεία δεν έχει απαντήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην πρόσκληση του Δήμου Άργους Ορεστικού ο οποίος δια του Δημάρχου ζητά από την κ. Πρόξενο να συμμετάσχει στις εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα σήμερα.
Μια ομολογουμένως καθ’ όλα άκομψη και διόλου διπλωματική σιγή…
Γράφει
ο Γιώργος Σεφέρης στις Μέρες: «Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις ένα κομμάτι
από το μέλλον».
75 ΧΡΟΝΙΑ ΣΙΩΠΗΣ! Πράγματι είχε επικρατήσει μια ιδιότυπη σιωπή στο Βογατσικό γύρω από τα γεγονότα και τους νεκρούς της 4ης Απριλίου 1943.
Τρία βιβλία για το Βογατσικό με απόσταση έκδοσης του ενός από το άλλο είκοσι χρόνια (1952, 1972, 1992).
...ώσπου, το 1991, αυτό το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας που συνοδεύεται με ζωγραφική-σχέδιο του αείμνηστου φίλου, σπουδαίου ζωγράφου και ποιητή Κώστα Λούστα!
Το στερεότυπο «για τον Ιταλό στρατιώτη ή αξιωματικό» της κατοχικής περιόδου, περιβάλλεται αναμφιβόλως από μια αύρα θετικής αποτίμησης. Αισθήματα συναδέλφωσης, οικειότητας, ακόμα και συγγένειας (βιολογικής και πολιτισμικής;) μοιάζει να είναι αυτά που στο τέλος επικρατούν...
Tα ούνα φάτσα ούνα ράτσα και το μίο φρατέλο φαίνεται πως έχουν κατά κάποιον περίεργο τρόπο εγγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο του Έλληνα. Δεν αποτελούν όμως τίποτε άλλο παρά μια παραίσθηση που δυνάμωσε κατά την μεταπολεμική περίοδο. Τα στοιχεία που συγκεντρώνει ο προσεκτικός μελετητής καθόλου δεν συγκλίνουν στην αντίληψη αυτή. Ο ιταλοί διόλου δεν υπολείπονταν σε σκληρότητα έναντι των γερμανών ενώ φαίνεται πως συχνά τους ξεπέρασαν κι όλας ως προς αυτό.
Η αρχή της ολέθριας συνάντησής μας με τους Ιταλούς, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα σημάνει στις 8.25 το πρωί, της 15 Αυγούστου 1940: Το εύδρομον «Έλλη» τορπιλίζεται από το ιταλικό υποβρύχιο «Delfino».
Ακολουθούν οι περίπου 8.000 νεκροί Έλληνες στρατιώτες στο Αλβανικό μέτωπο όπως έχουν καταγραφεί επισήμως, με τον συνολικό αριθμό των νεκρών Ελλήνων στρατιωτών από την έναρξη του πολέμου, κατά τις 219 μέρες μέχρι την κατάρρευση του μετώπου, να ξεπερνά τους 14.000.
Μιλούμε για την γερμανική Κατοχή, όμως η Κατοχή στη χώρα μας ήταν ΚΑΙ των συμμάχων του άξονα [δηλαδή και γερμανική και ιταλική και βουλγαρική με την ιταλική …εδαφικώς τουλάχιστον να υπερτερεί μακράν].
*EΠΑΝΩ: Με ανοικτό γαλάζιο οι περιοχές που κατείχαν οι ιταλικές δυνάμεις Κατοχής (1941-143)
… τον τελευταίο χρόνο της ιταλικής κατοχής … η εφαρμογή αντιποίνων πήρε τόσο έντονο και συστηματικό χαρακτήρα που σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασε να προκαλέσει μέχρι και την αντίδραση των Γερμανών γράφει σε σχετικό βιβλίο της η Δέσποινα-Γεωργία Κωνσταντινάκου.
Άλλος ερευνητής, ο Ιωάννης Κωτούλας, αναφέρει: ... Ο ιταλικός στρατός κατοχής επέδειξε ιδιαίτερα βίαιη συμπεριφορά προς τον άμαχο πληθυσμό προτού αντίστοιχες ενέργειες πραγματοποιηθούν από τις γερμανικές δυνάμεις στην Ελλάδα … Οι Ιταλοί στρατιώτες επέδειξαν έντονη σκληρότητα προς τους Έλληνες πολίτες, καθώς και έντονη τάση για λεηλασίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι λεηλασίες των Ιταλών στρατιωτών σε βάρος των αγαθών των αμάχων Ελλήνων αποτελούσαν συνήθη πρακτική, ακόμη και όταν πραγματοποιούνταν εκτελέσεις. Προτού καταστρέψουν τα χωριά ή ζητήσουν τον βομβαρδισμό τους, οι Ιταλοί αξιωματικοί κατά κανόνα έδιναν την άδεια στους στρατιώτες των μονάδων τους να προβούν σε λεηλασία των κτισμάτων και των νεκρών αμάχων Ελλήνων πολιτών.
Η Μεραρχία «Πινερόλο», που είχε αναπτύξει δυνάμεις της και στην περιοχή της Καστοριάς, ήταν αυτή που έφερε το βάρος της στρατιωτικής ευθύνης σε μια ευρεία περιοχή που εκτείνονταν από την Θεσσαλία, σε τμήμα της Στερεάς Ελλάδας και βέβαια ολόκληρης της Δυτικής Μακεδονίας.
Στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, τις οποίες είχαν ξεκινήσει οι ιταλοί από τις 3 Φεβρουαρίου του 1943 με εντολή του γενικού διοικητή των κατοχικών δυνάμεων στην ηπειρωτική Ελλάδα στρατηγού Τζελόζο, συνέβησαν απίστευτης ωμότητας εγκλήματα πολέμου. Θυμίζω: Τη σφαγή της 16ης Φεβρουαρίου στο Δομένικο το οποίο οι Ιταλοί σχεδόν εξαφάνισαν από τον χάρτη. Τα Σέρβια όπου από τις 6 Μαρτίου -και μέσα σε τρεις μέρες- έκαψαν 1100 κατοικίες και δολοφόνησαν, έκαψαν ζωντανούς ή έγιναν υπεύθυνοι για το θάνατο 70 κατοίκων. Στις 27 Μαρτίου, ως αντίποινα για επίθεση που δέχτηκε μια ιταλική φάλαγγα από αντάρτες, οι Iταλοί μπήκαν στην Νεάπολη και δολοφόνησαν πάνω από 100 κατοίκους. Επέκτειναν τις επόμενες ημέρες τη δράση τους στα γειτονικά χωριά και ήταν τότε που «επισκέφθηκαν» και το Βογατσικό. Οι νεκροί άμαχοι αυτών των επιχειρήσεων έφτασαν τους 300 ενώ στην ευρύτερη περιοχή της Ανασέλιτσας οι Ιταλοί άφησαν πίσω τους 600 περίπου νεκρούς αμάχους.
Όμως και για τα χειρότερα εγκλήματα φαίνεται πως υπάρχει η κατάλληλη μέθοδος εξιλέωσης. Η … «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» για την Πινερόλο ήταν η ελληνική Εθνική Αντίσταση και η παράδοση-προσχώρησή της σ’ αυτήν «μετά βαΐων και κλάδων» όταν η Ιταλία διέρρηξε τη σχέση της με τον Χίτλερ και συνθηκολόγησε με τους συμμάχους στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943.
Όσα ακολούθησαν στην συνέχεια δεν ήταν παρά η τιμωρητική αρχαία Νέμεσις που πάντοτε ακολουθεί την Ύβριν όμως, όλως παραδόξως, πέτυχαν να [απo]καταστήσουν την Πινερόλο ως …«μαρτυρική Μεραρχία». Προσέδωσαν δηλαδή στον μέχρι τότε σκληρότατο θύτη την ιδιότητα του θύματος όπως και του [συν]αγωνιστή κατά του ναζισμού.
Κοινά μνημεία Ελληνοϊταλικής φιλίας και συνεργασίας στήθηκαν, ηρωικές ενθυμήσεις, απομνημονεύματα, δακρύβρεχτα βιβλία όπως και σενάρια για ταινίες τυπώθηκαν, ώστε σχεδόν κατάφεραν να σβήσουν τη μνήμη του αίματος που χύθηκε τόσο άδικα.
Μετά βέβαια την (ασφαλώς ανήθικη) πράξη του ΕΛΑΣ, έναν μόλις μήνα μετά την πανηγυρική υπογραφή της συνθήκης συνεργασίας με τους Ιταλούς, να προχωρήσει σε αιφνιδιαστικό αφοπλισμό της Πινερόλο και να οδηγήσει τους χιλιάδες άνδρες της Μεραρχίας άοπλους και χωρίς δυνατότητα διατροφής στην περιοχή της Νεράϊδας των Αγράφων, δόθηκε η ευκαιρία στους γερμανούς αλλά και στις κακουχίες του χειμώνα, να καταφέρουν να αποδεκατίσουν την άλλοτε περήφανη Μεραρχία.
Έτσι, και με όσα ακολούθησαν και στα Επτάνησα κατά την ίδια περίοδο, παρέμειναν στη μνήμη μας οι 10.000 σφαγιασθέντες της Μεραρχίας Άκουι στην Κεφαλλονιά και οι 1.500 νεκροί της Πινερόλο στη Νεράϊδα…
Η σημερινή μας συνάθροιση εδώ, το βιβλίο αυτό και το μνημείο στο Προσήλιο μακάρι να λειτουργήσουν και ως διορθωτικοί φακοί γι’ αυτόν τον περίεργο ιστορικό στραβισμό τον οποίο έχουμε υποστεί μέχρι σήμερα…
[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Ι] Από το διήγημά μου «Έξοδος»
Παρακολουθούσα μέσα στον Μάιο, μέρα με τη μέρα, από φωτογραφίες που λάβαινα, τις φάσεις ανέγερσης του μνημείου. Ένα διήγημα που γράφτηκε με αφορμή την εκτέλεση «των 14», στάθηκε αφορμή έμπνευσης στη φίλη Χριστίνα Μαυροπαίδη, να κατασκευάσει αυτό το μνημείο χρησιμοποιώντας τραχιά και ταπεινά υλικά (σιδερένιους σωλήνες και ασβεστολιθικές πέτρες εξορυγμένες από το παρακείμενο βουνό). Έβλεπα το πέτρινο μνημείο να σηκώνεται αργά από τα χώματα μέσα. Και σκέφτηκα πως μάλλον με πέτρες θα πρέπει να ήταν φτιαγμένο και το διήγημα... Σπαράγματα από πέτρινες ζωές, ριγμένες στο «καμίνι» του πολέμου και της φοβερής ένδειας οι λέξεις του, οι σιωπές του, οι εικόνες του…
Αρχικά ως τίτλος του διηγήματος «Έξοδος» είχε επιλεγεί η φράση Η ζωή αφόρητος, διαλεγμένη από το ημερολόγιο που κατέλειπε ο Χρήστος Κανδύλης. Στο διήγημα παρατίθενται αποσπάσματα από το ημερολόγιο αυτό με τη μέθοδο του εγκιβωτισμού. Καταβλήθηκε προσπάθεια ώστε να συνταιριάξουν η έκφραση ανάμεσα στο ημερολόγιο και το διήγημα, ο ρυθμός όπως και η γλώσσα τους, ώστε να δίνεται η εντύπωση στον αναγνώστη πως αφηγείται ο ίδιος ο Κανδύλης.
Ο Κώστας Κουρμπέτης [όπως μετονομάσθηκε εδώ ο Χρήστος Κανδύλης] μονολογεί ή σκέφτεται φωναχτά, αφηγούμενος τα βάσανα της ζωής του σε πρώτο πρόσωπο. Τα πραγματικά γεγονότα βέβαια έχουν διαστρεβλωθεί αρκετά. Η σκηνή της επιλογής των ανθρώπων που θα θανατωθούν, εκτυλίσσεται στην πλατεία του χωριού ενώ ένα πρόσωπο από το δράμα που έζησε το Βογατσικό την επόμενη χρονιά της Κατοχής [μιλώ για τη θηριωδία των Γερμανών στο Νταούλι της Κλεισούρας στις 5 Απριλίου του 1944 όπου δολοφονήθηκαν άλλοι 11 Βογατσιώτες] εισχωρεί στην πλοκή της διήγησης και μετέχει στην κουστωδία των προς εκτέλεση ανδρών. Έτσι οι δυο μεγάλες θυσίες του Βογατσικού κατά την Κατοχή, χώρεσαν στο ίδιο διήγημα…
(Ο κ. Σπύρος Παρίσσης μας έκανε την μεγάλη τιμή να έρθει στην εκδήλωση και να διαβάσει δυο μικρά αποσπάσματα από το διήγημα αυτό. ΕΠΑΝΩ: Το σκίτσο είναι του γιατρού Άγγελου Μ. Καρυδά).
...Ο Κώστας Κουρμπέτης, κι ας μην τάχει κλεισμένα τα σαράντα πέντε, είναι σπασμένος πολύ, τόσο που τον περνάς και για εξήντα ακόμα. Λιανός, μαυριδερός και στεγνός, φορτωμένος με κάθε σημάδι της κακοπέρασης, περπατά με το ζόρι. Κουτσαίνει. Ένα πετσί περασμένο στη μέση αντίς για λουρί, χωρίζει το σώμα του στα δυο. Όπως στα έντομα: θώρακα από κοιλιά... Είναι ολόκληρος ένα μαύρο λυπημένο βλέμμα που ακουμπά επάνω σ’ ένα πρόσωπο που του λείπει η σάρκα. Επιλαχόν μέλος μιας ετερόκλητης κουστωδίας αποτελεί. Μιανής ομάδας που βαδίζει αργά (σχεδόν σέρνεται) αυτή τη γελαστή μέρα του Απριλίου του σαράντα τρία. Μαζί του δώδεκα ακόμα. Μερικοί μεγαλύτεροί του –ο παπάς είναι απ’ όλους τους ο γεροντότερος– οι περισσότεροι όμως οπωσδήποτε κάτω από τα τριάντα. Νέοι πολύ. Διπλάσιοι απ’ αυτούς σε αριθμό, ξένοι όμως και με στολές στρατιωτικές αυτοί, γερά οπλισμένοι τούς πάνε.
Έχουν πιάσει ν’ ανεβαίνουν τον χαμηλό λόφο. Ο τελικός προορισμός τους φαίνεται πως πέφτει κάπου κοντά. Άγνωστο παραμένει όμως ακόμη στους δεκατρείς το ακριβές σημείο που πρέπει να φτάσουν.
Σκέφτεται ο Κουρμπέτης –γιατί λένε πως η ζωή του καθενός τέτοιες ώρες περνά ολόκληρη από εμπρός σου σε μια ιλιγγιώδη επανάληψη–, τα μύρια όσα πέρασαν. Σαν από απόσταση μεγάλη κοιτάζει τις πράξεις του μέσα από τα σωστά και τα ζαβά του, τα πάθη όσα έπαθε, τις καλές του και τις ανάποδες μέρες, θυμάται τα ξεχωριστά και όσα τα ντρέπεται. Μπορεί τώρα και κρίνει, συσχετίζει, κατανοεί καλύτερα, πολλά τ’ αφήνει στην άκρη αξεδιάλυτο κουβάρι.
Θυμάται κι όσα ακόμα έχει σημειώσει πάνω σε λιγοστά χαρτιά όλα τα προηγούμενα χρόνια –σαν ένα είδος μπακαλοτέφτερου της δικής του ζωής με τις οφειλές, τα κέρδη και τις ζημίες της–, εκείνα που θα τα βρουν ύστερα από τον θάνατό του οι δικοί του άνθρωποι σ’ ένα συρτάρι του σπιτιού στριμωγμένα και θα τον γνωρίσουν καλύτερα. Σ’ αυτά έχει παραλείψει, σχεδόν επιμελώς, να γράψει για την εκστρατεία στη Μικρασία και για τον πόλεμο που ξαναπήγε –στην Αλβανία–, κι αφού είχε πια σαρανταρίσει, είκοσι χρόνια μετά. Γράφει ο Κώστας Κουρμπέτης μοναχά για τον δικό του πόλεμο –την πικρή ένδεια– που σήμανε για τον ίδιο και το σπιτικό του η Κατοχή. Αυτή που μοιάζει να τελειώνει σήμερα.
Στο Βογατσικό, η είδηση πως στο Τσοτύλι, την Νεάπολη και αλλού στην περιοχή, οι Ιταλοί προέβαιναν σε εκτελέσεις αμάχων, σε λεηλασίες και καταστροφές περιουσιών και γεννημάτων προκάλεσε όπως ήταν φυσικό, πανικό και φόβο, μεταξύ των κατοίκων. Πολλοί αναχωρούν για το Μπλάτσι, την Καστοριά και αλλού, παίρνοντας μαζί τους ότι μπορούν. Αρκετοί καταφεύγουν στα γύρω βουνά, κρύβονται με τις οικογένειές τους σε σπηλιές, σε παραπήγματα ή στάνες ή ακόμα παραμένουν έκθετοι στο ύπαιθρο. Το χωριό ερημώνει. Μένουν πίσω αναγκαστικά μονάχα οι γέροι και οι ανήμποροι κι όσοι δεν έχουν που αλλού να πάνε. Οι βοσκοί με τα ζωντανά τους δεν μπορούν να φύγουν.
Προσπαθώντας να εξηγήσουν ορισμένοι την αγριότητα των ιταλών να εκτελέσουν τους 14, πιθανολογούν ότι μερικοί από τους δολοφονημένους άνδρες βρέθηκαν να κατέχουν κάποιο πολεμικό όπλο. Πράγματι, τον Φεβρουάριο του 1943 υπήρχαν καταγεγραμμένα στο Βογατσικό 18 παλαιού τύπου όπλα. Προέρχονταν από τον ελληνικό στρατό και δεν είχαν παραδοθεί με την υποχώρηση του Μετώπου [οι πληροφορίες από τα λιγοστά κατάλοιπα του αείμνηστου Ανδρέα Αθανασιάδη]. Μετά την Μάχη του Φαρδυκάμπου στις 6 Μαρτίου του 1943, καθώς ο οπλισμός ενός ολόκληρου ιταλικού Τάγματος έπεσε στα χέρια του ΕΛΑΣ, ενδέχεται περισσότερα όπλα να είχαν διοχετευθεί στο χωριό. Από τα θύματα της 4ης Απριλίου όμως, ο μόνος που ενδεχομένως να έφερε μαζί του οπλισμό, ήταν ο νεαρός Αθανάσιος Τσαπατόρης που είχε ήδη στρατολογηθεί αντάρτης στις αρχές του χρόνου. Κανείς άλλος από τους εκτελεσμένους δεν είχε ενταχθεί στην Αντίσταση και επομένως δεν ήταν δυνατό να κατέχει όπλο.
Μεγάλη έκπληξη δοκίμασα πριν από χρόνια, όταν στο Αρχείο Χειρογράφων Κέντρου Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών εντόπισα το χειρόγραφο της κ. Χρυσούλας Καραντζή: ΣΥΛΛΟΓΗ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΜΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ (εργασία του 2003). Σ’ αυτό υπήρχε καταχωρημένη απομαγνητοφωνημένη συνομιλία με τον αείμνηστο Χρήστο Νασιόπουλο. Ο πληθωρικός βογατσιώτης, συχνά χειμαρρώδης αλλά και κάπως ασυνάρτητος, διηγείται μεταξύ άλλων:
[…] δεν είχαν μυαλό που έκατσαν στις σπηλιές στου πίσου μέρους κι απού πάνου ήρθαν οι Γερμανοί, [ανακρίβεια τεράστια! Δεν συνόδευαν γερμανοί στο ανδραγάθημα της Πινερόλο] ’κροβολίστηκαν οι Ιταλοί, έπιασαν όλες αυτές τ’ς κορφές, όσους βρήκαν στις σπηλιές, τους μάζεψαν, πλην τις γυναίκες. Βρήκαν και οικουγένειες σ’ ένα μέρους, Καλόγρια το λέμε εμείς, έχ’ νερά εκεί πέρα, ήταν μαντριά τότις, έφκιανε ο κόσμος μι άχυρου μαντριά, πάν’ τώρα ’φτά δεν υπάρχουν, και ήταν κι οι στρούγκες ’πό φκιαναν τα τυριά και τα αυτά. Τους βρήκαν, δεν τους πείραξαν. Εδώ που ήταν μέσα στις σπηλιές […] πιάστ’καν αυτοί, πιάνουν δεκατρία άτουμα, τα εκτελούν εδώ πέρα…
(ερώτ. ερευνήτριας: Ποιος τους έπιασε; Οι Ιταλοί;)
-Οι Ιταλοί. Τα εκτελούν εδώ πέρα. Εν του μιταξύ, αυτοί που ’ταν σε σπηλιές, είχαν και κάνα παλιοντούφικου κι όταν τους βρήκαμε τους σκοτωμένους ριγμέν’ σε ασβεστοκάμινου, ξέρ’ς τι είνι ασβεστοκάμινου; Έφκιαναν τον ασβέστ’ και είχι φυγά, πώς να σι πω, οπή, τρύπα βαθειά και ’κει του γέμ’ζαν πτώματα και ’κει είχαν τουν παπά. [...] τους βρήκαν εκτελισμένοι, πιο πάνω είχανε κι ένα γαλλικό λέμπετ, [όπλο της προηγούμενης 30ετίας δηλαδή]. Και ο Νασιόπουλος επιβεβαιώνει ότι κυρίως παλαιού τύπου όπλα υπήρχαν στο χωριό επιβεβαιώνοντας την προέλευσή τους [από τον ελληνικό στρατό]. Μάλιστα μας δίνει και τον τύπο τους γκράδια [απαρχαιωμενα] αλλά και «καλά όπλα», τα μαλεσέν [τα κοντά και τα μακρυνά].
ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ (Google)
Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕ ΧΑΡΤΗ ΤΟΥ Γ.Ε.Σ.
Η καλόγρια
Η επιχείρηση της Πινερόλο φαίνεται πως υποβοηθήθηκε με την κατάληψη θέσεων ικανής κατόπτευσης στην περιοχή. Aποσπάσματα της Μεραρχίας αναπτύχθηκαν στην κορυφή και τις πλαγιές του λόφου του Προφήτη Ηλία.
Η προσέγγιση των Ιταλών στα Σγκαλώματα έγινε από την Καλόγρηα και το Μελίσσι ώστε να προκληθεί αιφνιδιασμός στους κρυμμένους εκεί αμάχους, τη θέση των οποίων οι Ιταλοί είχαν εντοπίσει τις προηγούμενες μέρες καθώς πλησίαζαν από την περιοχή της Νεάπολης. Οι στρατιώτες καθόλου δεν δίστασαν να ρίξουν χειροβομβίδες στις εισόδους των μικρών σπηλαίων ώστε να εξαναγκάσουν όσους κρύβονταν να βγουν έξω, τραυματίζοντας μάλιστα άνδρες και γυναικόπαιδα. Στο Προσήλιο μέσα σε σπηλιά κρύβονταν οι οικογένειες του Νίκου Παρασκευά, του Χρήστου Κανδύλη και του παπά-Κώστα Μπότσαρη. Δεκατέσσερα άτομα. Επτά ενήλικες και τα υπόλοιπα παιδιά [ αγόρια και κορίτσια].
Η Παπα-τρύπα
Όλοι οι άνδρες που εκτελέστηκαν στις 4 Απριλίου, εκτός του Τσαπατόρη, είχαν συλληφθεί στο Μελίσσι. Η διαδικασία για την εκτέλεσή τους (ανάκριση και στρατοδικείο) είχε τυπικό χαρακτήρα και έγινε μέσα σε κάποιο παράπηγμα στο κτήμα του Τακαντζιά στον Πόρο. Όλες οι εκτελέσεις έγιναν προφανώς σ’ αυτό το σημείο.
Τα πτώματα των δολοφονημένων ανδρών ανακαλύφθηκαν ύστερα από μερικές μέρες μέσα σε ασβεστοκάμινο της περιοχής. Πιθανότατα ρίχτηκαν εκεί μέσα από την καμινάδα εξαέρωσης. Πάνω στα πτώματα οι Ιταλοί στοίβαξαν κλαδιά ώστε να μην σταθεί εύκολος ο εντοπισμός τους…
Ο νεαρός Αθανάσιος Τσαπατόρης (ή Τσιμαγιάννης) προφανώς δεν αντιμετώπισε ιταλικό στρατοδικείο ή εκτελεστικό απόσπασμα. Ήταν όμως μάλλον ο πρώτος που έπεφτε νεκρός εκείνη τη μέρα από τα πυρά των Ιταλών. Πιθανότατα σκοτώθηκε στην πλαγιά πίσω από τον Αη Λιά και σε δυσπρόσιτο μάλλον σημείο - ίσως πολύ κοντά στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό Γέρμας. Αυτός είναι και ο λόγος που η σορός του βρέθηκε από τον ίδιο του τον πατέρα, μέρες αργότερα απ’ ότι των άλλων 13 άτυχων συγχωριανών του, και σε προχωρημένη αποσύνθεση. Σαν βγαλμένη μέσα από αρχαία ελληνική τραγωδία η σκηνή όπου ο Στέργιος Τσαπατόρης (σύμφωνα με την μαρτυρία του Τάκη Μπούρντα) σκάβει με το σουγιά ένα υποτυπώδη μικρό λάκκο και παραχώνει εκεί το άτυχο παιδί του [Μαρτυρία που κατέγραψε η κ. Πόλυ Μπλιάγκα και την καταθέτει μαζί με πολλές άλλες στο βιβλίο].
Υπάρχει μια συγκλονιστική σκηνή στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το λιβάδι που δακρύζει». Σ’ αυτήν αντικρίζουμε ένα σφαγμένο κοπάδι προβάτων να κρέμεται από τα κλαδιά του πιο μεγάλου δέντρου του χωριού. Κάτω στις ρίζες του δέντρου χυμένο το αίμα των ζώων.
Καμιά εικόνα δεν θα μπορούσε να με φέρει πιο κοντά στην αίσθηση της θυσίας της 4ης Απριλίου του ’43 μια και δεν έχουμε παρά μόνο μαρτυρίες και κανένα άλλο ντοκουμέντο για το έγκλημα των Ιταλών. Εκείνες τις μέρες οι άντρες της Πινερόλο, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παίρνουμε από το υλικό της Πόλυς Μπλιάγκα, έκλεψαν από τις στάνες τριγύρω κοπάδια ολόκληρα και έσφαξαν ίσως πάνω από 1000 πρόβατα. Έψηναν τα σφάγια και τρωγόπιναν επί μέρες στην περιοχή. Όταν έφυγαν, εκτός από τα ανθρώπινα θύματα που άφησαν πίσω τους, κατέλειπαν κι ένα σκηνικό εφιαλτικό. Μπορώ να το φαντάζομαι σαν βγαλμένο μέσα από την κόλαση: Ξερότοπος, όλο αγκάθια και χαμηλή βλάστηση που μόλις έχει πάρει να πρασινίζει, στάχτες σβησμένες στις πρόχειρες ψησταριές, εκατοντάδες τομάρια από σφαγμένα αρνιά πεταμένα εδώ κι εκεί. Κόκαλα και κρανία ζώων σκορπισμένα, ενώ οιμωγές και θρήνοι ακούγονται να βγαίνουν από τα χαροκαμένα σπίτια στο χωριό.
Οι ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, για τους 7 μόνον από τους 14 που δολοφονήθηκαν, έχουν καταχωρηθεί τρία χρόνια αργότερα (το 1946) με απόφαση του ειρηνοδικείου και εντολή της εισαγγελίας Καστοριάς από τον γραμματέα της Κοινότητας Ζήση Τζήμα. Οι πέντε στις 8 Φεβρουαρίου, μία στις 9 Φεβρουαρίου και η τελευταία [του Αθανάσιου Τσαπατόρη –πάντοτε τελευταίος στις λίστες και στις αναφορές αυτός…] στις 15 Μαρτίου της ίδια χρονιάς.
Η ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ανδρέα Τακαντζιά.
Οι φωτογραφίες του λευκώματος
Κοιτάζω ξανά και ξανά τις φωτογραφίες τους. Όσες διασώθηκαν από τον καιρό... Γνωρίζω πως σε μερικά σπίτια οι δικοί τους κατέστρεψαν κι όλας όσες δικές τους φωτογραφίες υπήρχαν ή αποχώρισαν σε ορισμένες απ’ αυτές άτσαλα με το ψαλίδι τις μορφές τους. Τα χρόνια που ακολούθησαν στάθηκαν ύπουλα και πνιγμένα στο αίμα του αδελφοκτόνου φθόνου. Ένας, καθόλου παράλογος, φόβος βασίλευε. Ο ίδιος που σφράγισε και τα στόματα αργότερα… Επί εβδομήντα πέντε χρόνια!
Κοιτάζω τα βλέμματα αυτών των ανθρώπων. Άλλοτε φανερώνουν παραίτηση, άλλοτε σε ζυγίζουν κάπως και σε μετρούν, άλλοτε βλέπουν στα χαμένα και σαν άδεια από ζωή, άλλοτε δείχνουν ορμή. Προπάντων όμως θαρρώ πως θριαμβεύει σ’ αυτά η αθωότητα. Ίδια μ’ αυτήν των αμνών… Κρατήστε την ανάμνηση της μορφής τους. Στο χρόνο που σας δίνεται, ώσπου να αλλάξει η εικόνα που προβάλλεται, σκεφτείτε τον καθένα τους. Τη ζωή τους που έγινε άθυρμα του ανέμου… Όσα θα μπορούσαν να ζήσουν ακόμα στα χρόνια της ειρήνης πολύ μετά τον Πόλεμο. Την γενιά που θα ανάσταιναν οι πιο νέοι απ’ αυτούς. Τα μικρά ή μεγάλα, ταπεινά ή υπερφίαλα ανθρώπινα έργα που στερήθηκαν. Και σκεφτείτε τις αγκαλιές που τους έχασαν και άδειασαν. Τα σπίτια τους που έκλεισαν…
Ξαναγυρίζω λοιπόν πίσω και συναντώ αυτούς τους νέους ανθρώπους του μόχθου και της στενεμένης ζωής, ντυμένους περήφανα το χακί. Μπορεί είκοσι ή και δέκα χρόνια νωρίτερα από το θάνατό τους.
Βλέπω τον Χρήστο Κανδύλη με τα μετάλλια ενός άλλου πολέμου στο στήθος. Ενθύμια της ναυαγισμένης και προδομένης εκστρατείας στη Μικρασία…
Τον Απόστολο Μπλιάγκα στο γάμο του. Στη στέψη του χοροστατεί ο Παπακώστας. Θύματα κι οι δυο της θηριωδίας των Ιταλών.
Ο Αναγνώστου σε μια άλλη φωτογραφία, ποζάρει με τη σύζυγό του.
Ο δάσκαλος Αθανάσιος Δούφλιας, που δολοφονήθηκε με ελεεινό τρόπο από χέρια Ελλήνων στο χωριό Δαμασκηνιά κατά την περίοδο της Κατοχής. Στην φωτογραφία και δυο μικροί μαθητές του (Παρασκευάς και Τσαπατόρης) ανυποψίαστοι κι αυτοί για τη μοίρα που τους μέλλεται… Εκείνοι θα σκοτωθούν την ίδια μέρα- στις 4 Απριλίου του ΄43 στα είκοσί τους. Δεν υπάρχει καμιά άλλη μεταγενέστερη φωτογραφία των δυο παιδιών. Όπως και πολλών άλλων. Του Ευάγγελου Φωτίου δεν γνωρίζουμε ούτε την ηλικία. Μας απομένει η αποτύπωση της μορφής των περισσότερων σε αρκετά πρωιμότερο χρόνο ή επιζωγραφισμένη-ρετουσαρισμένη κατά τη συνήθεια της εποχής…
Τσαπατόρης και Παρασκευάς. Εδώ μικροί μαθητές -̶και φίλοι ίσως μέχρι το «τέλος» ̶ με τα ριγωτά ομοιόμορφα μπλουζάκια των γυμναστικών επιδείξεων, θα παραμείνουν στη θύμησή μας οκτάχρονοι. Ανήλικοι που όμως ενηλικιώθηκαν ερήμην της ζωής και έξω από τον χρόνο, εσαεί νέοι άνδρες, αείδροσοι και χλωροί εν τη καμίνω.
Όλοι όσοι σκοτώθηκαν εκείνη τη μέρα χωρίς τάφους (δεν έχω καταφέρει να βρω μια ταφόπλακα με χαραγμένο τ’ όνομά τους). Σαν να μην υπήρξαν ποτέ…
Σαν να μην υπήρξαμε ποτέ.
Κι όμως πονέσαμε από τα βάθη
λέει ο ποιητής Νίκος Καρούζος.
Περνούν οι φωτογραφίες με τις μορφές τους κυκλωμένες με κόκκινο. Σύμβολο για το τυχαίο και αμείλικτο σημάδι του Χάρου. Το φωτοστέφανο του μαρτυρίου. Αυτοί οι άνθρωποι δεν πέθαναν ηρωικώς, αλλά δραματικώς και με φρικτό τρόπο. Δίχως μάρτυρες. Τίποτα δεν ξέρουμε για τις τελευταίες στιγμές τους που θα ήταν το δίχως άλλο γεμάτες απελπισία. Τις υποθέτουμε λοιπόν κι αυτές. Μας μένουν κάποιες ανέμελες φωτογραφήσεις τους τον καιρό της ειρήνης:
Στο καφενείο γύρω από ’να μικρό τραπέζι με φίλους.
Με τα παιδιά τους δίπλα τους.
Στο Κεφαλόβρυσο κάποτε σε εθελοντική ίσως ή διατεταγμένη «προσωπική εργασία»… Διακρίνουμε στη φωτογραφία όρθιες τις σούβλες με τα σφάγια. Μετά τη δουλειά το γλέντι… Τρεις στη φωτογραφία αυτή θύματα της 4ης Απριλίου…
Το μνημείο που στήνουμε σήμερα, θα μας θυμίζει μια ολότελα αχρείαστη και άδικη θυσία. Θα αποτελεί εις τον αιώνα κενοτάφιο 14 συμπατριωτών μας που δεν έχουν δικό τους μνήμα σε κάποιο από τα κοιμητήρια του χωριού. Δεν είναι μνημείο ενθύμησης κάποιας ηρωικής πράξης. Είναι μνημείο που το ύψωσε η δικαιοσύνη. Που θα θυμίζει πάντα μια πράξη ντροπής και ανανδρίας και θα αποτελεί το ανάθεμα στη φρίκη και τη βία του πολέμου. Αυτήν που σαρώνει τις ανθρώπινες ζωές δίχως έλεος ή διάκριση…
Οι σπαρακτικοί στίχοι του ήρωα ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, που έπεσε τον Νοέμβριο του 1912 στο Δρίσκο της Ηπείρου πολεμώντας ηρωικά εναντίον των Τούρκων με το σώμα των Γαριβαλδινών του Αλέξανδρου Ρώμα, κοσμούν και νοηματοδοτούν το μνημείο. [Στη φωτογραφία ο ποιητής κείτεται νεκρός στο πεδίο της μάχης].
Αποφώνηση
Εδώ βλέπετε ένα απόσπασμα επιστολής τιμητικό –τουλάχιστον!– για το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα και σε λίγη ώρα θα κρατάτε όλοι δωρεάν στα χέρια σας. Προέρχεται από την προσωπική μου αλληλογραφία με ένα σχεδόν μυθικό πρόσωπο στο πεδίο των παπαδιαμαντικών σπουδών. Μιλώ για τον σεβαστό μου φίλο, ακαταπόνητο συγγραφέα, φιλόλογο και ποιητή Νίκο Δ. Τριανταφυλλόπουλο. Ξαναδιαβάζω δυο γραμμές που θέλω να κρατήσουμε:
[…] διάβασα τὸ σπουδαῖο διήγημά σου καὶ κατόπιν ἄρχισα νὰ βλέπω καὶ τὶς φωτογραφίες: σχεδόν ἁγιολόγιο, κακά τὰ ψέματα. Αὐτοί οἱ ἄντρες, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά εἶναι ἡ ἀληθινή Ἱστορία. Kαὶ τρὶς καὶ τετράκις εὖγε ποὺ κατέγραψες ἕνα της κεφάλαιο.
Ένα «αγιολόγιο» λοιπόν…
Αύτό ήθελα/θελήσαμε να είναι. Σαν τέτοιο να μείνει. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκε το βιβλίο. Γι’ αυτό οι λαχτάρες και οι κόποι της συγγραφικής μας ταπεινότητος. Γι’ αυτό και το διήγημα (που στην πραγματικότητα γράψαμε μαζί εγώ κι ο Χρήστος Κανδύλης / εκείνος σκοτωμένος εδώ κι εβδομήντα πέντε χρόνια…). Γι’ αυτό εργάστηκαν πολλοί ακόμα, κι ο ίδιος ο Κανδύλης νωρίτερα πρώτ’ απ’ όλους που κράτησε αυτό το συγκλονιστικό ημερολόγιο [ποιός Θεός ή δαίμονας τον φώτισε να το κάνει;], αργότερα η θυγατέρα του η Αθηνά με τις ενθυμήσεις της, ο Γιώργος Γκολομπίας που αρχικά εντόπισε και αποκατέστησε σε μια ορισμένη μορφή τα ημερολόγια του Κανδύλη και επιμελήθηκε τη δημοσίευσή τους…
Στην κατεύθυνση να συνταχθεί και να λάβει μορφή ουσιαστική αυτό το αγιολόγιο αφιερώθηκε και το ακούραστο ψάξιμο της Πόλυς Μπλιάγκα που οδήγησε στην συγκέντρωση όλων αυτών των ανεκτίμητων αποθησαυρισμάτων και τεκμηρίων. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε σε άλλο χρόνο και η σύλληψη της ιδέας του μνημείου το οποίο η Χριστίνα Μαυροπαίδη πρόσφερε στο Βογατσικό με μια μεγαλοπρεπή, αφιλοκερδή και αφειδώλευτη σε κόπους κίνηση.
Όλα αυτά αποτέλεσαν ένα αλληλοτροφοδοτούμενο σύστημα. Χωρίς την ώσμωση από τον ένα χώρο δημιουργίας στον άλλο η κάθε προσπάθεια θα έμενε λειψή. Δουλειά αμέτρητων ωρών, για σειρά μηνών ή και χρόνων του καθενός χωριστά έστω κι αν φάνταζε άψογη, δεν θα μπορούσε να πετύχει το στόχο της ή να θεωρηθέι ολοκληρωμένη. Έπρεπε λοιπόν να συναντηθούμε όλοι αυτοί. Και μαζί γραφίστες, σχεδιαστές εκδόσεων, έμπειροι τυπογράφοι και επαγγελματίες του χώρου. Και στη συνέχεια βέβαια θα έπρεπε κάποιος να βρεθεί να αναλάβει το καθόλου ευκαταφρόνητο κόστος της υλοποίησης Μνημείου και Βιβλίου …
Δυνάμεις των δικαίων αγγέλων, άνεμοι βολικοί συνέπραξαν με άνωθεν πρόνοια, σ’ αυτό δύσκολο κομμάτι. Σε τόσο χαλεπούς καιρούς ξεπεράστηκαν εύκολα οι δυσκολίες χάρη στην αμέριστη συνδρομή του Δήμου Άργους Ορεστικού…
Γι’ αυτό το αγιολόγιο λοιπόν, για δυο συναξάρια της μαρτυρικής Θυσίας, το ένα πέτρινο και το άλλο χάρτινο - οφειλή και πρόσφορο μαζί , συνεργαστήκαμε όλοι σαν ένας!
Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.
ΜΝΗΜΗ
-Αθανασίου (Σάκη) Ι. Μπλιάγκα που έχτισε το μνημείο.
-Στέλιου Ψευτογκά που μας έδωσε το ωραίο εξώφυλλο του Λευκώματος
-Αντώνη Μαυρογένη που τύπωσε Λεύκωμα και αφίσες.
[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΙΙ] Από το διήγημα «Έξοδος»
Το τραγελαφικό στιγμιότυπο με το τζίτο (στα ιταλικά jitto= ησυχία, σιωπή, σκασμός) του Ιταλού αξιωματικού και την αλλόκοτη αντίδραση του πλήθους, αποτελεί ένα ολωσδιόλου φανταστικό, όμως σκόπιμα επιλεγμένο «εφεύρημα». Με αυτό παρωδείται και σαρκάζεται η ανεξήγητη επί εβδομήντα πέντε χρόνια «σιωπή» όλων μας απέναντι στην εκτέλεση αυτών των ανθρώπων. Αποτελεί όμως ταυτόχρονα κι ένα λυτρωτικό πέρασμα στον κλαυσίγελο προκειμένου το κείμενο να ισορροπήσει τους τραγικούς και δραματικούς του τόνους οι οποίοι ούτως ή άλλως κυριαρχούν…
...Αλλά, όπως μας έπαιρναν με τη βία και μας έσπρωχναν και να μας τραβήξουν πάλευαν, να μας αποσπάσουν από τα χέρια των γυναικών –τα γαντζωμένα στα ρούχα μας επάνω– κι από την πλατεία σε άλλο μέρος να μας πάνε, ακούστηκε πάνδημος σπαραγμός και κλάμα γοερό. Ένας θρήνος που σηκώθηκε σαν σκόνη κι έπνιξε το μέρος. Λες κι είχαν συναντηθεί μια ντουζίνα νεκρικές πομπές στην πλατεία και τα μοιρολόγια ενώθηκαν σε εφιαλτική πολυφωνία. Ολουνών εκεί πέρα τα λαρύγγια σαν νικημένα από λάμα ακονισμένη να κόβει σαν αθέρας, σαν κοκόρια και αθώα αρνιά πνιγμένα από το ίδιο τους το αίμα, άφωνοι γίνηκαν όλοι, πνιχτό θρήνο θρηνούσαν και λόγια ακατανόητα φώναζαν, τρελά σχεδόν. Τότε ο επικεφαλής Ιταλός «τζίτο, τζίτο, τζίτο!» –έτσι τρεις φορές– με απαίτηση έσκουξε και χτύπησε τις δυο του παλάμες με απόγνωση.
Είχαμε στη Λάρισα κάποιον, φευγάτο κακήν κακώς από την πατρίδα του, Ιταλό που δούλευε στο μαγέρικο όπου ο κάλφας μάς είχε κανονίσει να τρώμε ένα πιάτο φαΐ. Άριστος μάγειρας και καλός άνθρωπος ήτανε και είχε αρχίσει να μαθαίνει λίγα ελληνικούλια. Καμιά φορά μόνο σαν τον ζαλίζαμε με τις φωνές και τις απαιτήσεις μας, έτσι «τζίτο» μας φώναζε, και μας είχε μάθει πως αυτό σήμαινε στην πατρίδα του «σκιωπή», κι ακόμα καλύτερα «βγκάλτε τον σκασμό», έτσι κι εμείς λουφάζαμε και περιμέναμε υπομονετικά με την πείνα να κόβει βόλτες στην κοιλιά μας.
Ο Ιταλός διοικητής χτύπησε και το πόδι του κάτω θυμωμένος πολύ και κοκκίνισε από ένταση η φάτσα του. Κι από το πλήθος, πολλοί γιατί παρεξήγησαν, άλλοι γιατί μιμήθηκαν τον κρότο που οι δυο του παλάμες πρωτύτερα είχαν προκαλέσει, άλλοι ίσως γιατί σχεδόν συμφωνούσαν με την απόφασή του σε ό,τι γύρευε να κάνει μ’ εμάς κι άλλοι γιατί απλώς ακολούθησαν το γενικό κλίμα που προέκυπτε, λάθος ολότελα πήραν την εντολή του. Παρεξήγησαν αυτό που εκείνος στη γλώσσα του τους ζητούσε να κάνουν. Κι όχι μόνον έπαψαν, μα ξέσπασαν κι όλα –διστακτικά στην αρχή και σχεδόν αμέσως μετά σαν ξαφνική νεροποντή– σε χειροκροτήματα και κραυγές. Άρχισαν απανωτά να φωνάζουν «Ζήτω! Ζήτω!» στην τραγική στιγμή πανηγυρίζοντας με το ζόρι. Το απόσπασμα μας έσερνε στο ζωντανό μας ξόδι κι όλοι χειροκροτούσαν και φώναζαν «Ζήτωωωωω» κι ο Ιταλός κοκκίνιζε κι άλλο. Σαν παντζάρι το μούτρο του. Μέχρι που έριξε δυο τρεις με το περίστροφο στον αέρα κι όλα έπαψαν και ηρέμησαν από φόβο.
Σ’ ένα μέρος με τσουκνίδες μέσα πηγαίνουμε. Με φιδόχορτα όρθια, ξινήθρες, αγριομάρουλα, θεριεμένα λάπατα και βρωμόχορτα. Πρωτύτερα στο ισιάδι οι βατσινιές πάνω στις ξερολιθιές των αμπελιών μαύριζαν τον ξινό καρπό. Τώρα γαϊδουράγκαθα και πυκνά παρούλια μπερδεύουν τα βήματά μας, κολτσίδες παίζουν με τα ρούχα μας. Πέτρες και χώματα κυλούν, μα δεν ακούγονται. Άλλα ζωντανά εξόν εμάς δεν είναι εδώ. Κι ένας αέρας μοιάζει να φυσά, όμως φύλλο δεν τρέμει. Έχουμε μπει στον κόσμο που δεν μπορούν να τον δούνε οι άλλοι.
Όμως εμένα μ’ έπιασαν γέλια πνιχτά και κλάματα μαζί. Ακόμα και τώρα που μας έστησαν απέναντι στον ήλιο και μας σημαδεύουν οι γαλαζοκέφαλοι, να την πω τη μαύρη την αλήθεια· το θυμάμαι αυτό το «ζήτω» και γελάει το μέσα μου.











Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.