Ου χ'μώνας τ' «Παζαριώτ'»...
Κάθουμι ιδώιαγιας τώρα κι αραθμούμι. Λέξεις κι δ’λειές κι χουσμέτια απ' μ’ έρχ’ντι χειμουνιάτ’κα γιουρτιρά Χ'στιάτ'κα. Ζουντανέβ’ν μαζί μι τ’ αυτά πράματα ανθρώπ’ κι χρόνια καναγκιρίσια.
«Λε,λε!» λέου... «Ντίπ πάλιουσάμι!».
Ω,
ρε μια ζέστα σ’ν παρστιά!||Σιμπώ τ’ φουτιά σ’ν ξυλόσουμπα||βγάνου όξου στ' σάλα του μαγκάλ'||μπρουζιαλνώ ψουμί ουπάν στ’ μασίνα||Ψένου κάστανα στ’ σόμπα κι
κυδώνια στου φούρνου||βάνου μπάτζιουν στου μασιά κι τουν ψένου στ' ζιάρ'||Ξυαρνώ του χιόν’ στουν ουβουρό κι
ανοίγου δρόμουν για του κουμάσ'||Τρώμι ν' αρμιά μι χοιρινό κριάς σ’ν
κατσαρόλα κι πίνουμι αρμόζμου μι ψα κόκκινου πιπέρ
ζιστόν (του βράδ’ δε θα βάλουμι του κιφάλ’ που κατ΄ που τ’ βιλέντζα γιατί …δε θανάμαστι
για λέισμου!)||Λουκάν’κα μι αυγά απόψι για του ντιρλίκ’ κι ένα
πουτήρ’ κράσουν γιρό φιτισ’νό θα σνάξου απού παν||Έβαλα ψα αξούγκ στα
χέρια γιατί ίγκαν κουμμάτια, παρταλιάσκαν που του κρύου||Του κάρφουσιν του
χιόν’ στα κιραμίδια||Κρέμ’ντι γκουτζιάμτι κρύσταλλα απ’ τ’ς αστρουχιές κι
απού τα λούκια||Φκιάνου σιούμκις γιρές μι του χιόν κι τ’ς πουλιουμώ||Θ’μούμι απ’ έπιανάμι που κάνα χοβ καέναν κι τουν έβανάμι χιόν στου γκόλιου||ανιμουσουρίζ όξου||Ρίχν πάλτσις γιρές
απόψι. Ένα γόνα τόφτασιν του χιόν’|| έφαγάμι χσιάφ
μι μουσχουκάρφια κι κανέλα||Κι όλου μ' έρχιτι να πάου κατά του σαραϊλί στου φανάρ'||Κι όλου βαστώ ν' όριξ για τ' μουστόπ'τα κι τ' μουσταλιβριά...
Άει, κι τ χρόν’ γιροί κι μυαλουμέν’. (Κι να σκάσ’ν οι μαλλουμέν’!)
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
αραθμούμι= αναλογίζομαι, αναθυμούμαι, νοσταλγώ
Χ'στιάτ'κα=Χριστουγεννιάτικα
παρστιά= παρά την εστίαν=το καθιστικό δωμάτιο
σιμπώ= σκαλίζω, ανακατεύω
μπρουζιαλνώ= ψήνω και από τις δυο μεριές το ψωμί
ψένου= ψήνω
(ου) μασιάς= η μασιά, η τσιμπίδα
αρμόζμους= η αλμύρα από την αρμιά
ζιάρ'= η χόβολη, τα αναμμένα κάρβουνα
ξυαρνώ= φτυαρίζω
ουβουρός= η αυλή
κουμάσ'= κοτέτσι
αρμιά=λάχανο τουρσί
κριάς= το κρέας
λέισμου= η δημοσιοποίηση
ντιρλίκ= η χόρταση
κράσους= το κρασί
φιτισνό= φετινό
ίγκαν= έγιναν
αξούγκ’= το ξύγκι του γουρουνιού (το αυτοσχέδιο …Liposan της εποχής τότε)
γκουτζιάμ’τι (ή και γκουτζιαμάντι) = ευμεγέθη, τεράστια
σιούμκις=οι σφιχτές-συμπαγείς χιονόμπαλες
πουλιουμώ=πετώ πέρα, πετώ μακρυά
κάνα χόβ= καμιά φορά, κάποτε
γκόλιου= το γυμνό μέρος (πλάτη ή στήθος)
ανιμουσουρίζ’= έχει ανεμοσούρι, χιονοστρόβιλο
πάλτσις=οι παχιές νιφάδες του χιονιού (=ρίχνει πατσαβούρια)
χ’σιάφ’= η κομπόστα με μήλα, ξερά δαμάσκηνα, σύκα, κανέλλα, γαρύφαλλα (μοσχοκάρφια)
σαραϊλί=το σαραγλι
φανάρ'= ο οικιακός κλωβός φύλαξης-συντήρησης τροφίμων
σιμπώ= σκαλίζω, ανακατεύω στην Ικαρία συμπέλω βάζω ξύλα στη φωτιάκάτω από το τσουκάλι. Καλή χρονιά Νώντα με υγεία ...Άει, κι τ χρόν’ γιροί κι μυαλουμέν’. (Κι να σκάσ’ν οι μαλλουμέν’!)
ΑπάντησηΔιαγραφήΑρχίζω να υποπτεύομαι ότι μερικές λέξεις μεταφέρθηκαν στο νησί με μυστικό έγγραφο μέσω ΥΠΕΞ επί θητείας Δραγούμη στο Β΄Γραφείο.
ΔιαγραφήΝα είμαστε από πάσης απόψεως όρθιοι Μάκη!
Χρόνια πολλά, υγιή, δημιουργικά και ευτυχιεσμένα, Νώντα!
ΑπάντησηΔιαγραφήΑντεύχομαι Τάκη!
ΔιαγραφήΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ φιλε.
Νωντα μου,πάντα με κάτι τρυφερό, να μαστε καλά, να ψάχνουμε και να θυμόμαστε!καλή χρονιά!
ΑπάντησηΔιαγραφήΝαι αυτό Λένα! Καλή χρονιά!
Διαγραφή