Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

"Σοκάκι μου μακρὺ-στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου" [...]







                                                  PHOTO. N. Τσίγκας
 


Εδώ να πέσει χιόνι πυκνό και να το ψηλώσει «ένα γόνα»!


Στο πιο φωτογραφημένο παλιό σοκάκι του χωριού. Εδώ, όπου αντικριστές οι πόρτες των σπιτιών των δυο Διόσκουρων αδερφών μου που χάθηκαν ο ένας κοντά στον άλλον την ίδια φριχτή χρονιά (για το 2009 μιλώ…). Η οξώπορτα στο σπίτι του Χρυσόστομου Τζημάκα κι εκείνη του Γιώργου Γκολομπία. Οι πόρτες αυτές σύμφωνα με το μεράκι και των δυο και την αφειδώλευτη αγάπη τους για το χωριό μερεμετιάστηκαν κατάλληλα και ανασυστάθηκαν (ίσον αναστήθηκαν ολοφάνερα) εξ αρχής. Ο Γιώργος πήγε και παράγγειλε από σιδηρουργό στην Κοζάνη εκείνα τα -πλατυκέφαλα- γυφτοκάρφια για να στεριώσει και να διακοσμήσει την πόρτα. Κάτι παρόμοιο έπραξε και ο Χρυσούλης. 

Το σπίτι της Ραμόνους αντικριστά στου Γιώργου έχει καταρρεύσει από καιρό. Κάποια ηλιόλουστη  μέρα πατήσαμε με δέος με τον Ηλία Παπαμόσχο πάνω στα ερείπια λίγο προτού τ’ απομακρύνει σαν «άχρηστα μπάζα» η μπουλντόζα του Δήμου. Έτριξαν με μικρές φωνές  και τραγουδώντας σ’ όλες τις οκτάβες της μουσικής κλίμακας  μας αποχαιρετούσαν σπασμένα τζάμια, ξύλα, τσακισμένες καλαμωτές  -φαγωμένες πρωτύτερα από το σαράκι-, ξύλινα σαχνισιά,  πατώματα, υπολείμματα από ταβάνια και σκάλες, σιδεριές των παραθύρων ή των μπαλκονιών  και θρυμματισμένα κεραμίδια. Κοιτούσαμε απέναντι θεόκλειστο το σπίτι του Γιώργου. Εκείνος πεθαμένος και αυτό να στέκει ακόμα... Της Ραμόνους δεν άντεξε. Έπεσε πρώτο. Το άλλο πιο κάτω δεν ξέρω ποιός Θεός ή ποιός άνθρωπος το κρατάει όρθιο τόσα χρόνια…  Η ώχρα και το λουλακί στους τοίχους του (αυτά τα παντοτινά χρώματα της θλίψης και της μνήμης του χωριού) μένουν απαράλλαχτα.
Έλεγα λοιπόν -δηλαδή ολοψύχως ευχόμουνα- στο σοκάκι αυτό να πέσει ένα χιόνι σαν εκείνο στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Έρωτας στα χιόνια». Και να καλύψει τις πέτρες στο καλντερίμι, να υψωθεί και να σκεπάσει  τις λύπες όλες, και να ξεπλύνει τις αμαρτίες μας, να εξαγνίσει τις φθονερές σκέψεις μας, να καθαρίσει την καρδιά μας… 

Και να που το θαύμα έγινε: Στο  βαθειά αισθαντικό [άριστη φωτογραφική ματιά!] φεϊσμπουκικό βογατσιώτικο αλώνι το vogatsikostories φάνηκε αυτή η φωτογραφία. Πρώτο χιόνι του χειμώνα φέτο («Αη Αντρέας τ’ αντρειώνει κι ο Αη Σάββας σαβανώνει…»).

                                                PHOTO: Vogatsikostories f/b



Τώρα μπορώ να φέρω εδώ τον "μπαρμπα Γιαννιόν" (ανακαλώ ήδη κάποιον στη μνήμη μου σχετικόν απολύτως...) και είμαι πια σε θέση να ψελλίσω τις λίγες αράδες από το τέλος του διηγήματος:


[…] Μόλις ἤρθρωσε τὰς λέξεις, καὶ σχεδὸν δὲν ἠκούσθησαν. Ἐχάθησαν εἰς τὸν βόμβον τοῦ ἀνέμου καὶ εἰς τὸν στρόβιλον τῆς χιόνος.
Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶμαι, ἐμορμύρισε… ζωντανὸ σοκάκι.
Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου.
Ἅπαξ ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῇ, καὶ εἶτα ἐναρκώθη. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα.
«Εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια!»
Καὶ τὸ παράθυρον πρὸ μιᾶς στιγμῆς εἶχε κλεισθῆ. Καὶ ἂν μίαν μόνον στιγμὴν ἠργοπόρει, ὁ σύζυγος τῆς Πολυλογοῦς θὰ ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον νὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς χιόνος.
Πλὴν δὲν τὸν εἶδεν οὔτε αὐτὸς οὔτε κανεὶς ἄλλος. Κ᾽ ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.
Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾽ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.




1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικό κείμενο. Συγκινητική περιγραφή. Πόσο όμορφα αισθάνομαι μετά την ανάγνωσή του. Μια βουτιά στο χαμένο παρελθόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή