Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Παλαιών ημερών Ανάμνησις*



                                                                                   του Νώντα Τσίγκα



                                           Με λαμπυρίσματα γυαλιού, με τη σιγή τραγουδούσε το χιόνι.
                                                                             Γ. Σεφέρης, "Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄"







  Έκαμε τη σπουδαιότερη δουλειά στο σκηνικό ο ποιητής. Το χω ακούσει το τραγούδι του χιονιού μέσα στη νύχτα. Σαν ανασαμός γυναίκας, πάπλωμα που τραβιέται από την επαφή του σώματος διωγμένο από όνειρα τρικυμιώδη και ιδρωμένα, ψιθύρισμα ερωτικό στο καταχείμωνο μέσα. Κι ο ζαχαρένιος ο πάλλευκος κόσμος να σου παραδίνεται το πρωί ολοκαίνουργιος εις αναψυχήν και δρόσον καθαρμού. Θέλω να κάμω πιο λαμπερή τη γιορτή και στήνω το σκηνικό με σπουδή.
Δεν ξέχασα λοιπόν να απλώσω το άμωμο χιόνι. Χριστούγεννα, πώς χωρίς;
Ας έλθουν τώρα ζωή και φασαρία. Κίνηση και βιάση στα σοκάκια και την πλατεία. Αδιάκοπο πηγαινέλα μεγάλων και μικρών, ανδρών και γυναικών η δράση. Γρήγορες ανάσες, αναπνοές φανερές μικρά εργοστάσια που εξαχνώνουν μικροσκοπικά νέφη στο κρύο. Οι ροδομάγουλοι άνθρωποι, κόκκινες μύτες και αυτιά. Ας σκορπίσουμε και τη μυρωδιά του καμένου ξύλου ολόγυρα. Σταφίδες στις τσέπες. Κάστανα στη φωτιά. Κι ένα σιωπηλό μαγκάλι αναμμένο στη σάλα. Κυδώνια και μανταρίνια στο αργυρένιο τάσι το προικώον. Το καλό τραπεζομάντιλο το πορφυρό απλωμένο με φροντίδα στο τραπέζι και πρώτη φορά τόσα γλυκά να περιδιαβαίνουν τα χείλη. Σαραγλιά, μελομακάρονα και κουραμπιέδες στην τιμητική τους.

Ένα αζευγάρωτο κοτσύφι βάζει τελείες και σημαίνει παύσεις με το μαύρο του κορμάκι πάνω στο απέραντο λευκό.

          

Mουσείο Ερμιτάζ -Αγία Πετρούπολη (φωτ. Ν. Τσίγκας)
Υπάρχουν και οι ζημιωμένοι της γιορτής. Οι επιμελώς πεπαχυμένοι όλη τη χρονιά χοίροι που οδηγούνται στον τόπο του μαρτυρίου τους εν χορδαίς, τυμπάνοις και αλλαλαγμοίς. Τα ζώα αντιστέκονται εμφρόνως στη σφαγή και η σπαρακτική τους φωνή απλώνεται σαν άγγελμα λύπης ολόγυρα. Πνιχτή στο τέλος η κραυγή και αιμάτινος ρόγχος. Ακινησία. Σιωπή.

Το χιόνι τώρα κόκκινο.

Προσωρινή η λύπη. Τα σπλάγχνα αχνίζουν κι η καρδιά ακόμα να πάλλεται ενώ έχουν όλα τελειώσει. Στο στόμα του μικρότερου της παρέας μακάβριο μπαίγνιο τώρα εκπτύσσεται και φουσκώνει. Ένα ζωντανό μπαλόνι -η ουροδόχος κύστη του ζώου- βρίσκει το δικό της δρόμο στην ψυχαγώγηση του ακούραστου παιδικού όχλου. Το κρέας κομματιάζεται. Λάβετε, φάγετε. Τσιγαρίδες, τηγανιές, λουκάνικα, λίγδες, καβουρμάδες. Θ’ ακολουθήσει κι η γουρουνοχαρά. Το αληθινό διεμοιράσαντο ...χριστουγεννιάτικα. Όλοι του σπιτιού, γείτονες, φίλοι και συγγενείς θα έρθουν. Οι άνθρωποι θα ζαλιστούν με μπρούσκο και θα μεθύσουν, θα χαρούν και θα φιλιώσουν, θα τραγουδήσουν και θα χορέψουν. Η γιορτή εισχωρεί διαβρωτικά εντός τους και μαλακώνει το τραχύ μάρμαρο της ψυχής μέσα στην πλέον βουκολική και απελέκητη φύση.



Βλέπω τον μπακάλη. Έχει βαρεθεί να μουντζουρώνει και να σβήνει χρέη στο μπακαλοτέφτερο. Τραβάει που και που γραμμές κόκκινες για να ζητήσει από αύριο κιόλας τα χρωστούμενα από τους ασυνεπείς. «Γράφ’ τα» ή «Σβήσ’ τα». Όπως κι αν ακούγονταν, σ’ όποιον τόνο κι αν ξεστομίζονταν έμοιαζε να ‘χουν το ίδιο βάρος, την ίδια αριστοκρατική αξιοπρέπεια και αρχοντιά. «Το πρόσωπο είναι σπαθί», «ο λόγος μου συμβόλαιο…» και τα τοιαύτα.
Τώρα αποτραβιέται σε μιαν άκρη στο μαγαζί. Έχει στήσει ένα πρόχειρο πάγκο στο μισοσκόταδο και καταπιάνεται να καρφώνει τους ημεροδείκτες σε μια χαρτονένια εικόνα. Θυμόσαστε, εκείνους τους ημεροδείκτες που καθώς αφαιρούσες το χαρτάκι της προηγούμενης μέρας διάβαζες στο πίσω μέρος της μικρής σελίδας και το στιχάκι για την σημερινή που έτρεχε:

                         Ρώτα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
                         κι όλα θα σου στο πούνε,
                         σαν τον δικό μου έρωτα
                         για σένα, δε θα ιδούνε

Και μη θαρρείτε πολλά -πολλά, για κάτι ταπεινές από χαρτόνι έγχρωμες εικόνες ο λόγος, άλλοτε με αγίους καβαλάρηδες που σκοτώνουν το δράκο, την Παναγιά βρεφοκρατούσα κι άλλοτε ανύπαρκτα τοπία με έλατα και λίμνες, βουνοκορφές χιονοστεφείς και προ πάντων καράβια που παραδέρνουν όρθια στις τρικυμίες. Αυτά οι εικονογραφήσεις των χαρτονιών. Με δύο πρόκες στο πίσω μέρος τους στερεώνεται ο ημεροδείκτης. Πάνω και δεξιά στην εικόνα με πλάγια καλλιγραφικά: "Αφιερούται εις την ευγενή μας πελατείαν. Χρόνια πολλά και ευτυχές το νέον έτος 196…".
Η "ευγενής πελατεία" είναι όσοι μετά τις αγορές διατάζουν σχεδόν: "Γράφ’ τα" και προτείνουν το τεφτέρι να σημειωθεί ένα κιλό ζάχαρη, μισό κιλό ρύζι καρολίνα, μια "Φυτίνη"… Στο τέλος… το πιστωτικό υπόλοιπο. Φανερό και ξεκάθαρο. Μικρό ή μεγάλο, θέμα και πρόβλημα του καθενός να το τακτοποιήσει.
Ετούτος ο μπακάλης συναναστρέφεται την απορία του κόσμου με κάθε της σημασία και έκταση. Δεν την εκμεταλλεύεται. Το μόνο σκληρό που θα πράξει είναι να κόψει το βερεσέ σαν το πράγμα παραγίνει και να μη ξαναδώσει σε αφερέγγυους. Δεν άκουσα όμως καμιά φορά να προκύψουν φασαρίες ή προβλήματα με τα τεφτέρια. Και για την υπόληψή σου στο μπακάλικο λάβαινες γνώση όταν σου προσφερόταν ένα από αυτά τα ημερολόγια παραμονές Χριστουγέννων- μέρος του τελετουργικού και σημειολογία της εποχής εκείνης.

Κι ύστερα κύλησαν τα χρόνια. Οι άνθρωποι μεγάλωσαν πλούτισαν, ταξίδεψαν, μετοίκησαν στις μεγάλες πόλεις. Και φτώχυναν πολύ σαν πλούτισαν παραπάνω. Και γέρασαν αληθινά μεγαλώνοντας. Κι από τα κυπαρίσσια της νιότης τους απόμειναν κάτι θάμνοι ανοικοκύρευτοι και άγονα χώματα όλο τριβόλια και πέτρες. Το φαινόμενο ονομάστηκε  "π ρ ό ο δ ο ς".

………………………………………........................................……………………………………….........................

Θέλω το επόμενο σκηνικό να λαβαίνει χώρα παραμονές Χριστουγέννων και πάλι. Ο άνθρωπός μας κάθεται κατάμονος και γαλήνιος, σαν χαμένος, όπως όλοι οι απελπισμένοι και μόνοι. Απερίσκεπτες κινήσεις και βουλές του συρμού τον ανάγκασαν να στέκεται ν’ ακούει τώρα από το τηλέφωνο τον εξάψαλμο της "εισπρακτικής εταιρείας εξόφλησης χρεών":
"Άκου να δεις (τον στολίζει γενναία η άλλη πλευρά του σύρματος) μπήξα, δήξα, αποτέτοιε… Αν αύριο μεθαύριο το πολύ δεν τακτοποιηθεί το θέμα θα σου κόψουμε τ’ αχαμνά. Ξόφλησες καημένε…" (Δηλαδή πώς "ξόφλησε" με τόσα χρέη;)

Θυμήθηκε τα σφαχτάρια των Χριστουγέννων. Ένα βήμα πριν από το σφάγιο κι η δική του ζωή, έτσι όπως την κατάντησε το έρμο το δάνειο -που να μην έσωνε... Βυθίζεται στα μαύρα σύννεφα του άδικου πνεύματος των εορτών. Πάνε όλα…

Κι έρχεται τότε αίφνης ξανά κείνο το μοναχικό κοτσύφι χοροπηδώντας στο χιόνι και με το κεχριμπαράκι του ραμφίζει το δράμα της στιγμής και σπάζει τον θανατηφόρο πάγο. Αποκαλύπτεται το μεγαλείο των παλαιών ημερών και με μιας -allegro ma non tropo- ακούγεται πανταχόθεν Κόλιαντα μπάμπου μ’ κόλιαντα κι μένα κουλιαντίνα, δηλαδή Merry Christmas αγαπητοί μου όπως θα λέγαμε και «εις την Ευρώπην» των εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (μα που λέγεται "των… εικοσιεπτά"!!!)...








*Το παραπάνω κείμενο, που πρωτοδημοσιεύθηκε  στον «Αγγελιοφόρο της Κυριακής» στις 28.12.2008 και ξανακοιτάχτηκε τον Νοέμβρη 2009,  αφιερώνεται στην οικογένεια Παπαστεργίου στο Βογατσικό καθώς η τέταρτη γενεά της εξακολουθεί να διατηρεί το «Παντοπωλείον» (άλλοτε και πρακτορείον εφημερίδων και περιοδικών) ανθιστάμενη στο πνεύμα και το νεύμα των καιρών.

3 σχόλια:

  1. Πρόοδος ε; Φαινόμενο των ημερών ή ένας ολόκληρος κόσμος, τρόπαιο των τραπεζιτών;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. "...το βλέμμα που κοιτά προς τα πίσω μας πηγαίνει μπροστά
      γιατί το βλέμμα που κοιτάζει μπροστά μας φέρνει προς τα πίσω..."

      είχε πει ο πατερας των ρομαντικών, πριγκηψ Georg Philipp Friedrich Freiherr von Hardenberg (ή "Novalis")

      Διαγραφή
  2. Ἡ πρόοδος! Τὶς περισσότερες φορὲς ὡς ὁδὸς πρὸς μιὰ ἀνέραστη λήθη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή