Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ «ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑΣ» ΤΟΥ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟΥ
ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ Ου απάν’ κι ου κατ’ ου κόσμους, που τυπώθηκε μεν το 2009 αλλά είχε γραφτεί σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα, κάνει ο συγγραφέας Π. Ενιγουέι (κατά κόσμον Παναγιώτης Θεοδωράκης) στην ιστoσελίδα bookpress ΚΛΙΚ αφού το συγκαταλέγει ανάμεσα σε βιβλία (μυθιστορήματα νουβέλες, διηγήματα) που περιέχουν «πιεστικά» δείγματα μεταφορά της ντοπιολαλιάς (της βογατσιώτικης «γλώσσας» εν προκειμένω) και γράφτηκαν μεταξύ 1974-2020. Δέος και ίλιγγο σχεδόν μου προκαλεί η συγκατοίκηση –έστω για τις ανάγκες αυτής της μελέτης– με τα ονόματα των συγγραφικών μεγεθών που παρελαύνουν.
Το ότι αυτή η βογατσιώτικη ιστορία βρέθηκε εδώ όπως και ότι το διήγημά μου «Μπριάνις κι μπουφ» επίσης συμπεριλήφθηκε στην Ανθολογία Χιούμορ-Ειρωνεία-Σάτιρα—Στο ελληνικό διήγημα και μικροδιήγημα (1974-2021), που πάλι ο φιλόπονος Π. Ενιγουέι επιμελήθηκε, ετοίμασε και τύπωσε (το 2022, εκδόσεις 24 γράμματα ΚΛΙΚ), ασφαλώς και με τιμά ιδιαίτερα. Πιο πολύ όμως νιώθω συγκίνηση και χαρά καθώς η λαλιά του Βογατσικού, γραμμένη πια σε χαρτί, βγαίνει από το στενό ορίζοντα, σκορπίζεται στον κόσμο, διαβάζεται από μερικούς και τέρπει. Αυτή είναι η πιο μεγάλη μου χαρά και τίποτα δεν την σκεπάζει. Είχα πει άλλοτε (ΚΛΙΚ):
...Το πρώτο μου βιβλίο «Ου απάν’ κι ου κάτ’ ου κόσμους» ήταν ένα μικρό (ευτράπελο) «μυθιστόρημα», γραμμένο στο γλωσσικό ιδίωμα του Βογατσικού, που τυπώθηκε –εκτός εμπορίου, όπως και τα περισσότερα βιβλία μου– σχεδόν 20 χρόνια αφότου είχε γραφτεί. Με το βιβλίο εκείνο υποστήριζα (μάλλον) πως «γλώσσα ίσον τόπος».
Στα διηγήματα του «Εποχιακού διανομέα» προσπάθησα να συμπεριλάβω κείμενα που υπηρετούσαν τη μικρή φόρμα, με την παρείσφρηση ποιητικών στοιχείων. Εδώ, το ύφος ήταν ο τόπος… Τις ευσύνοπτες, μάλλον, διηγήσεις διατρέχουν τόποι, χώματα, νερά και πουλιά, άνθρωποι σαν φωτογραφίες.
Στις «Πατριδογνωσίες» οι ιστορίες δομούνται με βάση μερικά αυτοβιογραφικά, κυρίως, στοιχεία. Τα δρώμενα που παρουσιάζονται δεν έχουν κάτι συγκλονιστικό και δεν προσπαθούν την έκπληξη. Επιχειρούν την παλινόστηση εαυτού και αλλήλων σε μιαν εποχή αθωότητας. Οι ιδιωματικές λέξεις, το ιδιοφυές σκώμμα και το φλέγμα των ανθρώπων τού τόπου μου είναι ο ούριος άνεμος που φυσά τα πανιά τής επιστροφής.

Παραθέτω εδώ το απόσπασμα από το δοκίμιο:
Νώντας Τσίγκας
«Ου απάν’ κι ου κατ’ ου κόσμους» [Δημοσιεύτηκε τμηματικά στην εφημερίδα «Το Βογατσικό» στα φύλλα 76-84 και 100, 101 τα έτη 1991, 1992, 1996, 1997 με το ψευδώνυμο «ου παζαριώτ’ς», εκδ. Σύνδεσμος Βογατσιωτών Θεσσαλονίκης «Ο Άγιος Κωνσταντίνος», 2009]
Λυρική αλλά και σατιρική εκτενής αφήγηση για την επιστροφή ενός ηλικιωμένου άντρα από τον άλλο κόσμο στη ζωή, χάρη σε μια «θεϊκή εξαίρεση».
Από τις πρώτες του περιπλανήσεις στο χωριό και την πόλη, ο ήρωας συναντά την αλλαγή τόσο στη συμπεριφορά και στις συνήθειες των κατοίκων όσο και στο ίδιο το σκηνικό, που είναι εντελώς αγνώριστο. Καθώς η αφήγηση εξελίσσεται, το διήγημα μεταμορφώνεται σε στοχασμό πάνω στη φθορά, τα γηρατειά και τη μνήμη.
Στο δεύτερο μέρος ο ήρωας ζει, μαζί με τον ξάδερφό του, στιγμές που συνδυάζουν τη νοσταλγία με την ειρωνεία.
Η επιστροφή του ήρωα δεν είναι τελικά επιστροφή στον παλιό τόπο αλλά συνάντηση με έναν τόπο που έχει γίνει ξένος. Η μνήμη συγκρούεται με την πραγματικότητα και ο ήρωας, ενώ έχει επιστρέψει από τον θάνατο, μοιάζει να είναι ο ίδιος «νεκρός» μέσα στον καινούργιο κόσμο.
Υπάρχει κι ένα ιδιαίτερο στοιχείο στην έκδοση: στο πλάι, στην ίδια σελίδα υπάρχει μεταφορά στη νεοελληνική γλώσσα του κειμένου ώστε ο αναγνώστης να ανατρέχει στα νεοελληνικά όταν συναντά δυσκολίες με την βογατσιώτικη διάλεκτο.
Σαν ξημέρουσι μι του καλό, πήρα τουν κατήφουρου ίσια κάτ’. Στα πηγάδια αντάμουσα μια παρέα απού Μπουγατσιώτις μι κατ’ σακκιά στουν ώμου απ’ πιρπατούσαν αγλήγουρα: «Καλ’μέρα» τ’ς λέου. Καν τίπουτα αυτοί. Γιλούσαν μόνι μι κάτ’ κούφια δόντια και δώστου στου πιρπάτ’μα. Νιβρίασα αλλά δεν είπα τίπουτ’ άλλου. Ανέφ’κα στου παζάρ’! Ιδώ ήταν απ’ μ’ ήρθι αντράλα. Αρέ τι έκαμάτι ισείς ιδώ πέρα; Θιάματα; Δεν άφ’κατι κιραμίδ’ για πέτρα στουν τόπου τα! Κι δώστου τα ουραία τα τσιμέντα κι να κατ’ διαμιρίσματα λουξά, κατ’ σπίτια θέρια, κι να τα μαγαζιά μι τ’ς τζαμαρίις κι τ’ αλουμίνια απ’ δε θέλ’ν κι βάψ’μου. Έτριβα τα μάτια μ’: Μπράβου σας!





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να τηρούνται οι κανόνες της πολιτικής σχολίων που ισχύουν. Σχόλια με υβριστικό, προσβλητικό ή παρόμοιο περιεχόμενο δεν γίνονται αποδεκτά και επομένως θα διαγράφονται.