Το γεφύρι της Σμίξης




Το γεφύρι της Σμίξης εδώ κι έναν αιώνα δεν υπάρχει πια. Η απεικόνιση αυτή είναι αποτέλεσμα οδηγιών σε πρόγραμμα ΑΙ και δεν αποτελεί ιστορικό τεκμήριο. Βασίζεται σε δικό μου σχέδιο και σε ιστορικές πληροφορίες που υπάρχουν για το γεφύρι. 

 

 

Γράφει στο Τετράδιό του ο Ίων Δραγούμης:

13 Αγούστου πόγεμα [1903]

Πρα τ’ λογο το δεσπότη πού μέ περίμενε σ’ να χωριό πέναντι στήν Καστοριά (Δουπιάκοι) καί πγα στη Χρούπιστα· πό κε πρα τόν κάτω δρόμο καί πέρασα κοντά στό ποτάμι καί στο πολύ μορφο γεφύρι τς Σμίξης.[1] Θά εναι πολύ παλιό βυζαντινό· στήν λλη μεριά ταν να χωριό λλοτε. Τό μέρος βαθιά χωμένο καί ξαίσιο· διάφορα δέντρα καί χαμόκλαδα· ψηλοί χθοι. Και ργά τ’ πόγευμα φτασα στό Μπογατσικό.


[1] Τρίτοξο μεγαλοπρεπές γεφύρι με τις δυο μικρότερες καμάρες κοντά στις παρόχθιες βάσεις του. Αναφορές θέλουν το άνοιγμα της μεσαίας καμάρας να φτάνει τα 20 μέτρα, ενώ των δύο πλαγίων τα 5 μέτρα. Πιθανότερα είχε χτιστεί μεταξύ του 1300 και 1500 μ.Χ. Βρισκόταν σε θέση νοτιοδυτικά του Βογατσικού στο σημείο όπου ο Αλιάκμονας δέχεται νερά από τον παραπόταμο «Κουρτσί» και τη λίμνη Ορεστίδα, σε θέση όπου τα νερά του ποταμού γίνονταν ιδιαίτερα ορμητικά. Το γεφύρι περιγράφουν οι περιηγητές Πουκεβίλ και Ληκ στις αρχές του 19ου αιώνα, καθώς και οι B. Nikolaidy (1859) και Ν. Σχινάς (1886). Το ύψος του γεφυριού σύμφωνα με τον Ν. Θ. Σχινά έφτανε τα 12 μέτρα, ενώ το μήκος του τα πενήντα μέτρα. Η σχετικά απότομη κλίση του και η κλιμάκωσή του δεν επέτρεπαν τη διέλευση από αυτό κάρων παρά μόνον ανθρώπων, κοπαδιών ή φορτωμένων ζώων. Δεν σώζεται δυστυχώς καμιά ζωγραφική ή φωτογραφική του απεικόνιση. Το γεφύρι κατέρρευσε το 1928. Σήμερα σώζονται λίγα ερείπια από τις βάσεις του στις δυο όχθες.

 

Το απόσπασμα και το σχόλιο από το: Δραγούμης, Ίων,  «Θα ζήσω καίοντας τον εαυτό μου»-Τα αδημοσίευτα Τετράδια 1902-1904, Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχόλια-Επίμετρο: Νώντας Τσίγκας, Πατάκης 2025, σελ. 264-265.

 

 

 

Σχόλια

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ