Ου Αρχάγγελους ου Μ’χάλ’ς στουν αη Ν’κάνουρα...

 



Εμι καμιά πινηνταριά χρόνια μακαρίτ’ς. Ἔρχιτι ὅμους προυχτέ οὑ ἀρχάγγιλους κὶ μὶ ξαμών’ ἰκεῖ ἀπ’ ραχάτιβα στοὺν Παράδεισουν, δίπλα σ’ ἕνα πουτάμ’.

        «Ἀρέ!» μὶ λέει. «Ξύπνα, ἰσύ κ’μᾶσι κι ἡ τύχ’ σ’ δ’λέβ’!». Κάτ’ τέτοια μ’ εἶχιν πεῖ οὑ ἄρχουντας κὶ τότι ἀπ’ μὶ γλίτουσιν πού ν’ πεῖνα σ’ν κατουχή, κι μ’ ἴφιρι στοὺν οὐρανό νὰ χουρταίνου φρέκουν ἀέρα...

        «Γιατί ρὲ Μ’χάλ’;» τοὺν λέου. «Τί ἴγκι πάλι;».

        «Ἔβγαλιν οὑ Θιός ἀπόφασ’» μ’ ἀπαντάει, «κι σι δίν’ καμπόσις μέρις ἄδεια νὰ πᾶς στοὺν κάτ’ τοὺν κόσμου γιὰ διακουπές. Ποῦ θέλ’τς νὰ γράψου ὅτ’ χαλέβ’ς νὰ πᾶς;».

        «Κι θέλ’ κι ρώτ’μα ἀρέ Μ’χάλ; Στοὺ χουριό μ’ θὰ πάου. Γράφι: «Μπουγατσ’κό! Κι μή ρουτήσ’ς ποῦ εἶνι του... Δέν ἔχ’ ἄλλου στούν ντουνιά μι τέτοιου ὄνουμα».

         Αὐτό ἦταν. Γιὰ πότι σ’κώθ’κα, γιὰ πότι πῆγα κι ἔμασα ὐπουγραφές, διαβατήρια, ταυτότητις κι συνάλλαγμα, οὔντι κι ’γώ κατάλαβα. Κι ὅπους λέει κι οὑ κανουν’τζμός γιὰ τ’ς πιθαμέν’, καρτιροῦσα γιὰ πότι θὰ πάει ἡ ὥρα δώδικα νὰ ζουντανέψου. Ἰν τοὺ μιταξύ ἀρχίν’τσα ἀπού νουρίς νὰ σ’μαζώνουμι. Ἰκεῖ ὅμους ἀπ’ μ’ ἔρ’ξαν ὔστιρα ἀπ’ τοὺ ξιχουμάτ’ζμα, εἶνι δύσκουλου νὰ βρεῖς λουγαριασμό. Κι οὑ ἔρμους οὑ ἄνθρουπους, ὅπους ξέρ’τι εἶνι τους ὅλου λιανώματα: διακόσια κι βάλι κόκκαλα τρανά κι μ’κρά! Δὲν ξέρου ὅμους ποιός μπουνταλάς σέφκι ἰδῶ στοὺ κατώϊ, σ’ν ἀπάν’ ν’ ἰκκλησιά, ἀπ’ μᾶς ἔχ’ν μαζουμέν’ σὶ μιά θημουνιά –μόνι κανά δυό ἔχ’ν θ’κό τ’ς κ’τί– κὶ μᾶς ἀνακάτουσι κὶ μᾶς ἴφιρι σ’ ἄλλ’ ἀράδα... Τοῦ κιφάλ’ μ’ τοῦ βρῆκα πρώτου-πρώτου (ἕνα τρανό σὰ γκαβανούζα), γιατί αὐτό χρειάζιτι κι πιὸ πουλύ, ἀνακατουμένου μ’ ἕνα σόϊ ποὺ, ὅταν ζούσαμι, ἤμασταν ὅλου στὰ μαχαίρια. Σὶ κανά δυό ὥρις βρῆκα κὶ τὰ τρανύτιρα τὰ κόκκαλα, κι ὅταν σήμανι δώδικα τὰ μισάν’χτα εἶχα συμπληρουθεῖ πέρα γιὰ πέρα.

[Απόσπασμα από το 1ο Κεφάλαιο του βιβλίου «Απ' τουν Άδ' ...άδεια»

.

…Η ΑΠΩΛΕΙΑ ενός πολύ προσφιλούς μου ανθρώπου, του θείου μου Θεοχάρη Σιμώτα, στα 1963, σήμανε την πρώτη μου, μάλλον,  «φανερή» εξέγερση απέναντι στο θάνατο. Ο άνθρωπος αυτός, που τον αποκαλούσα μάλιστα «παππού», είχε μέσα μου λάβει τη θέση του μακαρίτη παππού μου Γεωργίου Σαββαρίκα («Λιούλ’») τον οποίο δεν γνώρισα ποτέ μιας κι είχε πεθάνει νεότατος, στην Κατοχή, δεκαπέντε χρόνια προτού γεννηθώ εγώ.

Ο θάνατος του «παππού Θεοχάρη» με γέμισε εκτός από φόβο και μ’ ένα αγιάτρευτο μίσος ταυτόχρονα για κάποιον νέο και όμορφο άντρα. Ποιος ήταν αυτός; Δεν ήταν άλλος από τον Χάρο, τον Άγγελο του θανάτου, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, μια ωραιότατη, δυτικότροπης τεχνης, αγιογραφία, που καταλαμβάνει ολόκληρο το αριστερό βημόθυρο του Αγίου Νικάνορα στην επάνω εκκλησιά.

Εκεί λοιπόν, όταν πηγαίναμε με τη μακαρίτισσα θεία μου Θωμαή, τη χήρα του παππού Θεοχάρη, για ν’ ανάψουμε ένα κερί στα «αποθαμένα μας», είχα την ευκαιρία να προβαίνω σε άκρως εξιλεωτικές και λυτρωτικές ενέργειες. Αφού περιμέναμε επί τούτου να φύγουν όλοι από την εκκλησιά, κι όταν είχαμε βεβαιωθεί πως ήμασταν μόνοι, τότε, με σαφή υπόδειξη και φανερή συναυτουργία της θείας μου, εγώ πήγαινα και κλωτσούσα, με όση δύναμη διέθετε το παιδικό μου ποδαράκι, στις κνήμες, τα γόνατα ή τα πέλματα, τον Άγγελο «που μας πήρε» τον προσφιλή μας άνθρωπο προσπαθώντας να τον γκρεμίσω από τη θέση του. Όμως ο Άρχων του θανάτου και των ψυχών, ο μέγας ψυχοπομπός, παρέμενε αλύγιστος, ανέκφραστος κι αληθινά ωραίος.

Όλα τα χρόνια που έχουν περάσει ως τα σήμερα, και αφού ξεπροβόδισα ένα σωρό αγαπημένους μου ανθρώπους μέσα στην ίδια εκκλησιά, πάντοτε το μάτι μου ανατρέχει στην εικόνα αυτή του Αρχαγγέλου ψάχνοντας μάταια να βρω σημάδια που άφησαν ενδεχομένως οι παιδικές μου κλωτσιές πάνω της. Κανένα σημάδι. Και καμιά επουλωμένη πληγή εντός μου. Ο Χάρος συνεχίζει απτόητος το έργο του.

 

 


Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το επίμετρο του  βιβλίου μου Ου απάν’  κι ου κατ’  ου κόσμους - Ιστουρία φόβια αλλά καν πένθιμ’, έκδοση του 2009. Το βιβλίο ολόκληρο μπορείτε ελεύθερα να το κατεβάσετε κάνοντας κλικ ΕΔΩ

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχόλια

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ