«Ου Γκόγκους τ’ς Κούφιας» ηταν λαθους!



 

Ο Τριαντάφυλλος Γρέζος (Βογατσικό, 1859-Αθήνα;1918;) και τα πέντε τετράδια του Αρχείου του με τις "λέξεις" του Βογατσικού που απόκεινται στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών. 

  

 

στον π. Νικηφόρο Μανάδη

 

ΔΥΣΚΟΥΛΟΥ ΝΑ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒ’ ΚΑΕΝΑΣ ὅλα ὅσα ἴλιγαν οἱ θ’κοί μας, οἱ μπάμπις κι οἱ γιρόντ’, κάναν κιρό. Καμπόσα τὰ ξισιούκουνάμι λάθους κι ἔτσαγιας, κ’τσά-στραβά, τὰ πήραμι ὥς τὰ σήμιρα ἀπ’ κάν καένας δὲν τὰ οὑμιλάει κὶ δέν τ’ ἀφ’κριέτι, δὲν τὰ γράφ’ κι δὲν τὰ διαβάζ’ (σάμπους ξέρ’ κι ὅλας;) κὶ τοὺ χειρότιρου: δὲν τὰ θ’μᾶτι... Φεύγ’ν τὰ μπίραβα τὰ χρόνια, φεύγ’ν κι οἱ ἀνθρώπ’ κι ἔρχ’ντι λέξεις κινούργις ἀλλά κι ἡ ζουντάνια, τοὺ σπίρτου, ἡ ψ’χή ἀπό ’να μέρους φεύγ’ν κι αὐτά. Τί ἀπουμνήσκ’; Πoιός ξέρ’; Στάχτ’, ἄμμους κι χουρτάρια…

Ἄς τ’ς  ἀφήκουμι ὅμους κατά μέρους τ’ς  κλάψις κὶ τ’ς γκρίνις…

Θαρροῦσα ἴλιγαν:

Οὑ Γκόγκους τ’ς Κούφιας.

Ἔτ’ς μ’ ἀκούγουνταν, ἔτ’ς τό ’φκιανα κι ἔτσ’ πίστιβα. Δὲν νόησα ντίπ. Θὰ νά ’ταν ἴλιγα, μιά φουρά κι ἕναν κιρό, μιὰ …Κούφια θάρρουμ’ κι εἶχιν τάχατις  αὐτή, ἄντραν ἤ πιδί, καέναν Γκῶγκου. Κι ἔτσ’ μὶ φαίνιτι εἶχιν φτάσ’ αὐτό. Ἴλιγιν ἕνας: Ποιός πῆγι στοὺν γάμου; Ἀπουκρένουνταν οὑ ἄλλους: οὑ Γκόγκους τ’ς Κούφιας…Ἔλα ντὲ ἀπ’ δέν ἦταν ἔτσ’ ὅμους!

Οὑ μακαρίτς οὑ Τριαντάφυλλους Γρέζους (Φιλόλογος ἐκ Βογατσικοῦ ὑπόγραφιν)* στ’ς λέξις κὶ στ’ς παροιμίις ἀπ’ τ’ς γλίτουσιν κὶ τ’ς  ἔστειλι σ’ν Ἀκαδημία τ’ς Ἀθήνας, ἰκεῖ ἀνάμισα στὰ 1915-17, εἶχι γράψ’ κὶ μιά φράσ’, παέν’ντας νὰ ἰξηγήσ’ τοὺ μπουγατσιώτ’κου φκιάνου (ἤ φτιάνου). 

[Λέμι ἀκόμα κι σήμιρα: Τί φτιάντ’ς=πῶς εἶσι; Tί φτιάντ’ς αὐτοῦ μπρί;=μὶ τί καταπιάνισι; φκιάσκ’ι =στολίστηκε (ἀλλά θὰ πεῖ κὶ μέθ’σιν, ἦρθι φκιασμένους θὰ πεῖ: ἦρθι μιτζμένους!). Κι ξιφκιάσκι θὰ πεῖ: τοὺν κακουφάνκι, κατέβασιν τὰ μοῦτρα.]

Ἔγραψιν τοῦ λοιπόν, κὶ τοῦ λύν’ τοὺ μυστήριου, οὑ δάσκαλους οὑ Ντάφας (οὑ Τριαντάφυλλους ντέεε):

Φκιάν τοῦ Γκῶγκου σκούφια. [ΚΛΙΚ]

Μᾶς ἰξιγάει οὑ Γρέζους—Θέ σχουρέστουν:

Γκῶγκος=Γεώργιος ἐμπαικτικῶς. Οὖτος εἶχε πάθει ἐλαφράν τινά διατάραξιν φρενῶν καὶ ἠγάπα νὰ περιφέρεται ἀνά τὰς ὁδούς ἄνευ καλύμματος τῆς κεφαλῆς. Ἐάν δὲ τις, ἐξ οἶκτου, ἔδιδεν κάλυμμα τῆς κεφαλῆς (σκούφιαν) ἀπέρριπτεν αυτό.

 


Αὐτό ποὺ ἴσους εἶχιν ἀπουμείν’ ὥς τ’ς μέρις μας ἦταν Τ’ Γκῶγκου ἡ σκούφια… Αὐτό ἦταν ἀπ’ ἄκουγάμι. Κὶ ἰννουοῦσαν ἕνα ντίπ ἄχρηστου πρᾶμα ἀπ’ θέλ’ κόπουν νὰ τοῦ φκιάσ’ς ἀλλα δὲν πιάν’ τόπουν. Παέν’ χαμένου. 

Οὑ ἕνας δίν’ μὶ ’ν καρδιά τ’ μιὰ σκούφια (γιὰ νὰ σκιπάσ’ ν’ κουκουτίγκα τ’ οὑ Γκῶγκους οὑ μουρός, νὰ μή τοὺν ψέν’ οὑ ἥλιους κι νὰ μη τοὺν βρέχ’ ἡ βρουχή κὶ τοὺν παγώνουν οἱ παγουτές) ἀλλά ἰκείνους ν’ ἀπιτάχν’ σιαπέρα. 

Δίν’τς ἰσύ; Τὰ μουντζών’ οὑ ἄλλους, στραβουμουτσουνιάζιτι, ἀνασκών’ τὰ νώμια κι σί γυρνάει ν’ πλάτ’. Αὐτὸ τοῦ νόημα ἔχ’ τοὺ λοιπόν Τ’ Γκῶγου ἡ σκούφια…

Ὄνουμα κὶ μή χουριό κι ἀμαρτία δὲν ἔχου. Τοῦ ἰξήγ’σα, ἰξηγήθ’κα, ξουμουλουγήθ’κα!

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ 

ἔτσαγιας = έτσι ακριβώς, απαράλλακτο

μέρους =τόπος

δὲν νόησα = δεν μου ’κοψε, δεν κατάλαβα

πιδί = το τέκνο

μιτζμένους = μεθυσμένος

μουρός = τρελός, μωρός

κουκουτίγκα = το κεφάλι

παγουτές = ο παγετός, τα κρύα του χειμώνα

ἀπιτάχνου = απορρίπτω, πετώ

σιαπέρα = πέρα μακριά

στραβουμουτσουνιάζιτι = ξυνίζεται

νώμια =οι ώμοι

 

*Ο Τριαντάφυλλος Γρέζος δίδαξε, σύμφωνα με πληροφορίες που έχω μέχρι σήμερα κατορθώσει να συλλέξω, κατά σειρά: στην Μοδέστειο Σχολή Πισοδερίου, στην Ιερατική Σχολή Μοναστηρίου, στα Εκπαιδευτήρια Κλεισούρας, στη Σχολή Βογατσικού (Αρρεναγωγείον), ως Σχολάρχης στο Ημιγυμνάσιον Λιαριγκόβης (σημρν. Αρναία) και στον Λιμένα (σημρν. Λιμενάρια) Θάσου.

 

 

 

Σχόλια

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ