«Μας κλέβ'ν» αράδα!


 

στον Ἀργύρη Ζ. Βαϊνᾶ

 

ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΦΤΑΝΙΝ ἀπού ’χαμι τ’ς Κινέζ’, πλάκουσαν κι οἱ θ’κοί μας τώρα… 

Εἶδαν ἀπ’ παέν’ ἡ γλῶσσα μας ρουδάν’ (τοὺ ρουδάν’ είνι τοὺ μ’κρό τοὺ τριχούλ’ ἀπ’ τοὺ τσικρίκ’ απ’ παέν’ ἀγλήγουρα)… 

Εἶδαν πῶς τὰ κουλουριάζουμι —μέχρι κι πέντι σύμφουνα στ’ σειρά καμμιά φουρά: «τσιούγκσσσς!!!» (ἰντουλή νὰ σταματήσ’ τοὺ γουμάρ’), «σζγκντάου!» γιὰ νὰ δείξ’ς πῶς βρουντάει ἡ ντουφικιά), «Σντράλτς» (γιά νά μή λές Ἀμπελόκηποι)… σιάτσκα, σιάστ’σα, Σιάτ’στα, ποῦν’ τ’ς - γιά τ’ς κὶ τὰ ρέστα... Ὅτ’ πρέπ’ γιά ρικλάμα εἴμαστι. Προυταθλητές στ’ς γλουσσουδέτις. 

Μᾶς πῆραν σβάρνα τοὺ λοιπόν, κι κλέψ’μου στοὺ κλέψμου, κουντέβ’ν νὰ  φκιάσ’ν τὰ μπουγατσιώτ’κα διιθνῆ γλῶσσα…

Ἰμεῖς λέμι: «κίντσιν ἀγκαστρουμέν’». Δηλαδή: ξεκίνησε ἡ ἐγκυμοσύνη της στ’ Νέα Ἱλληνική. 

Ἀκοῦς, λέει οὑ ἕνας: «Θὰ νάρθ’ς προυί προυί. Στ’ς πέντι!».  «Ίξάπαντους! Ἴσια, κίντσα κιόλας!» τοὺν λέει οὑ ἄλλους («Κι ἅμα μ’ ἰδεῖς ἰσύ γράψι μι!» θελ’ νὰ πεῖ δηλαδή…). 

«Κίν’σιν νὰ πάει καὶ τοὺν γύρ’σιν οὑπίσ’-ἀνάπουδα  τ’ ἀνιμουσούρ’»... 

Ἤ: «Κίντσέτι;» «Ὄχ’ ακόμα!» «Ἄειντιστι! Βουργάτι, ἀναγκαζέτι, ἔλατι!»

Ὅλα ἔχ’ν νὰ κάμ’ν μὶ κίνησ’… Γιὰ ταύτου κι μιά ἱτιρεία ἱλληνική ἀπ’ νοικιάζ’ αὐτουκίνητα  τ’ βάφτ’σαν Κίνσεν...  

Δηλαδή κίντσιà  κίνησεν à κίνσεν àKinsen  (Κὶ ζήτου τ’ ἀπέθαντα μπουγατσιώτ’κα!)

Ἀλλά πέτι του μπρέ πιδούλια μ’ καλά. Πέτι του: «Τοὺ ξισιούκουσάμι κι αὐτό ἀπ’ τοῦ Μπουγατ’σκό». Πουλλά γυρεύουμι θάρρουμ;

Ἀλλά δὲν κακιώνουμι. Κι ἄς λέμι.

Ἄϊντιστι, κὶ καλές δ’λειές! 

 

  

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

ἀράδα = συνέχεια, αράδ'σιν του σαραϊλί του διαόλ’ η γκριμότσιου [=έφαγε όλο το σαραγλί  η διαβολολιχούδω], ο  ένας πίσω από τον άλλο (έκφραση: πήγα κι τούν βρήκα σ΄ ἀλλ' αράδα δηλ. αναστατωμένο)

ρουδάν’ = το ροδάνι

τριχούλ’ = (πληθ. τριχούλια) η ροδίτσα

τσικρίκ’ = αδράχτι

σιάτσκα = κούπα

σιάστ’σα = σάστισα

Σιάτ’στα = η Σιάτιστα

ποῦν’ τ’ς - γιά τ’ς = πούν τοι - νά τοι

κὶ τὰ ρέστα = κ.τ.λ.

οὑπίσ’-ἀνάπουδα = στροφή 180ο

ἀνιμουσούρ’ = χιονοθύελλα-χιονοστρόβιλος

βουργά τι = κάνετε γρήγορα

ἀναγκαζέ τι = κουνηθείτε

ξισιούκουσάμι = (ξισκώνου) αντιγράφω αλλά και αναστατώνομαι, παρακινούμαι με ενθουσιασμό (ήρθι κι μας τού πι κι μας  ξισιούσκουσι)            

 πέτι του = πείτε το                          


 

 

Σχόλια

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ