Η ΑΠΟΚΡΙΑ ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ*

 

ΤΟΥ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΟΥΡΚΑ



 

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ, ΠΡΩΪ-ΠΡΩΪ, ο νέοι το χωριο π κάθε συνοικία χωριστ ξεκινοσαν μ τ ζα των γι τ δάσος κα φόρτωναν κλαδι δρυς μ τ φύλλα κα τ μετέφεραν στὶς πλατεες, που στηναν να κορμν δέντρου (δρυός), ψους πέντε περίπου μέτρων, κα κατόπιν τν περιτύλιγαν μ τ κλαδιά, πο εχαν φέρει, κατ στρώματα. Σ κάθε στρῶμα στρωναν κα ρκετ χυρα κα χόρτα, ςπου ν γίνουν πέντε ως ξ στρώματα, γι ν σκεπαστ κορμς καλά. Ἔτσι σκέπαζαν τ δέντρο, τ δ πάχος μ τ διάφορα στρώματα φθανε τ δυ μέτρα. ως τ μεσημέρι πρεπε ν εναι λα έτοιμα. στερα βαζαν φύλακες, γι ν φυλάγουν τ δέντρο, μν ρθουν π λλη συνοικία κα τος τ κάψουν. Γιατ κάθε συνοικία θεωροσε κατόρθωμα ν βάλ φωτι στ δέντρο λλης συνοικίας.

          Γι’ ατ φυλάγονταν αστηρ ο κλαδαριές. Ἔτσι λεγόταν τ δέντρο μ τ κλαδιά, κα κατόπι κα φωτιά. Ἀναφέρονται αματηρές συγκρούσεις μεταξ συνοικιν π τέτοιες αφορμές. Προστίθεται μάλιστα τι στὶς συγκρούσεις ατς παιρναν μέρος κάποτε κάποτε κα γυνακες.

          Προτο νάψουν τ κλαδιά, γύρω π τ δέντρο χόρευαν τ κορίτσια, ρχιζε δ χορς στὶς 5 τ πόγευμα. Στς 9 τ βράδυ βαζαν φωτι κα τότε χόρευαν κα τ κορίτσια κα τ παλληκάρια κα τραγουδοσαν ποκριάτικα τραγούδια. Τ τραγούδια ταν πολλά, πάντοτε μως ρχιζαν κα τελείωναν μ τ κόλουθο τραγούδι, πο χορεύονταν μ να τοπικό χορό:

Ἕνας δέντρος φουντωτός,

φουντωτός, καμαρωτός,

στὴν κορφή ’χε τ σταυρό

κα στ ρίζα κρυό νερό.

Πάει κόρ ν πι νερ

κ’ κε ποκοιμήθηκε.

Κι γορος τν ξύπνησε.

—Σήκου, κόρη μ’, π’ ατο,

Σὲ γυρεύει μάννα σου.

—Τί μ θέλ μάννα μου ;

Ἐγ ψωμ τν ζύμωσα,

γ νερ τν φερα,

γ κα τν φουκάλησα. 

Τὸ θέαμα γιὰ ἕνα χωριό ἦταν μεγαλοπρεπές. Κάθε συνοικία φωτιζόταν ἀπ’ τὸ καιόμενο δέντρο καὶ ἀνταγωνίζονταν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη στὸ γλέντι.

Ὅταν πιὰ καίονταν τὰ κλαδιὰ καὶ ἔμενε τὸ δέντρο σὰν σκελετός, τὸ τραβοῦσαν καὶ ὕστερα οἱ νέοι πηδοῦσαν πάνω ἀπὸ τὰ καιόμενα λείψανα τῆς κλαδαριᾶς. Γύρω παρακολουθοῦσαν γέροι, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἐνῷ οἱ νέοι συνέχιζαν καμμιὰ ὥρα τὸ πήδημα πάνω ἀπὸ τὴ φωτιὰ φωνάζοντας κάθε τόσο:


Ἐτοῦτα μετ’ ἐκεῖνα

στὴ θυγατέρα τοῦ (δεῖνα) 

Ἀνέφεραν ὀνόματα γνωστῶν, ποὺ εἶχαν θυγατέρες, χωρὶς νὰ ὑπάρχη κίνδυνος νὰ παρεξηγηθοῦν. Ἦταν σὰ μιὰ βολιδοσκόπησις˙ σὰν νὰ ἔκαναν προτάσεις γι’ ἀρραβῶνα. Καὶ ἂν μὲν ὁ νέος ἦταν συμπαθητικός, οἱ γονεῖς ἐδέχονταν μ’ εὐχαρίστησι τὸ πείραγμα καὶ τὴν ἐξεδήλωναν, ἂν ὄχι, ἔκαμναν πὼς δὲν πρόσεχαν.

      Ὅταν ἔσβυνε ἡ φωτιά, σκόρπιζαν καὶ μαζεύονταν τρεῖς τέσσαρες οἰκογένειες, γιὰ νὰ διασκεδάσουν. Ἔφερναν ὅλες τὰ φαγητά των καὶ συνέχιζαν τὴν οἰκογενειακὴ πλέον διασκέδασι.

        Ἅμα τελείωνε τὸ δεῖπνον, ἔκαμναν τὸ χάσκα μὲ τὸ ἀβγὸ στὸν κλώστη τῆς πίττας. Ἔδεναν δηλαδὴ ἕνα ἀβγό βρασμένο καὶ ξεφλουδισμένο μὲ μιὰ κλωστὴ καὶ τὸ κρεμνοῦσαν ἀπὸ τὴν ἄκρη τῆς βέργας, ποὺ πλάθουν τὰ φύλλα τῆς πίττας. Ὁ οἰκογενειάρχης ἔπαιρνε τὴ βέργα καὶ κουνοῦσε τὸ ἀβγὸ πρὸς τὸ στόμα τῶν ἄλλων κι αὐτοὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὸ ἁρπάξουν μὲ τὸ στόμα χωρὶς νὰ βάλουν χέρι. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γίνῃ, γιατὶ οἱ παλαιοὶ ἔλεγαν «Μὲ τὸ ἀβγὸ τὸ κλείνουμε τὸ στόμα καὶ μπαίνουμε στη Σαρακοστὴ καὶ μὲ τὸ ἀβγὸ τὸ ἀνοίγουμε στὴν Ἀνάστασι».

       Ἀφ’ οὗ τελείωνε καὶ αὐτό, σκορποῦσαν, ἀφοῦ φιλοῦσαν τὸ χέρι τῶν μεγαλυτέρων, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν.

 


 ...και το σαράϊλι της αγαπημένης Ουρανίας Λιόγανου-Εμμανουηλίδη!

 

 

*Τσούρκας Κ., & Κυριακίδης Σ. Π. (1956). «Η Αποκριά στο Βογατσικό». Μακεδονικά, 3, 382–402. κλικ ΕΔΩ

 


 

 

Σχόλια

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ