«“Τί ωραία τοποθεσία” αναφωνει ο το πρωτον βλέπων το Βογατσικόν»
ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΎ* Σκέψεις και ἐντυπώσεις ἐκ περιοδείας ἀνά τὴν Μακεδονίαν μετά τοπογραφικῶν, ἱστορικῶν καὶ ἀρχαιολογικῶν σημειώσεων, ἔκδοση Ἐν Ἀθήναις ἐκ τῶν καταστημάτων Τυπογραφικῶν ἐκδόσεων τοῦ Ἀνέστη Κωνσταντινίδου, 1906*), στις σελίδες 60-61, υπάρχουν μερικές ενδιαφέρουσες αναφορές για το Βογατσικό εκείνης της εποχής, πριν από εκατόν είκοσι χρόνια. Το βιβλίο τυπώθηκε κρυφά στη Θεσσαλονίκη στο τυπογραφείο Σαλβ. Μουρατόρη, φέρεται όμως να έχει τυπωθεί στην Αθήνα ώστε να αποφευχθεί η τουρκική λογοκρισία. Παρά ταύτα το βιβλίο κατασχέθηκε, και ο συγγραφέας του αργότερα απελάθηκε.[Το βιβλίο μπορείτε να το δείτε ή να το κατεβάσετε από ΕΔΩ]
Κατά την διάρκεια της περιοδείας του στην οθωμανοκρατούμενη Μακεδονία, που πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1904-1906, ο Γεώργιος Κ. Χατζηκυριακού ξεκινώντας από Θεσσαλονίκη επισκέπτεται μεταξύ άλλων την Καστοριά και το Βογατσικό. Σύμφωνα με έγκυρες πηγές η κωμόπολη αριθμούσε τότε περί τους 2.500 κατοίκους ελληνορθόδοξους.
Ο Χατζηκυριακού σχολιάζει την αμαξητή οδό («καλντερίμι») από Καστοριά προς Κοζάνη που περνάει και από το Βογατσικό, έργο του Βογατσιώτη Μηχανικού και εργολάβου Γεωργίου Καρύδη. Νωρίτερα παραθέτει επίσης αυτούσια την ενδιαφέρουσα επιστολή, που του στέλνει ο Βογατσιώτης γιατρός Δημήτριος Π. Φεραίος, που ασκεί το επάγγελμά του στην Καστοριά (γιος του Παναγιώτη Φεραίου ανεψιού του Ρήγα Φεραίου. Ο Φεραίος αναφέρεται στην επιστολή του σε κάποια αναθηματική στήλη που είχε βρεθεί στην περιοχή.
Σχετικά με το Βογατσικό ο Χατζηκυριάκος σχολιάζει την ωραία τοποθεσία όπου αυτό είναι χτισμένο, την καλαίσθητη αρχιτεκτονική του χωριού και φυσικά το σπουδαίο εκπαιδευτήριό του, την (Ελληνική) Σχολή Βογατσικού («Αρρεναγωγείον»), που βρισκόταν στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το πάρκο του χωριού και το διηύθυνε ο ιεροδιδάσκαλος Δημήτριος Οικονόμου (Παπαδήμος Οικονόμου) που έλαβε μέρος στο Μακεδονικό αγώνα ως Πράκτωρ Α΄ Τάξεως της Επιτροπής Βογατσικού. Δεν ξεχνά επίσης να σημειώσει ο Χατζηκυριάκος την υπερηφάνεια που νιώθουν οι Βογατσιώτες για τον καταγόμενο από το χωριό τους εξέχοντα πολιτικό άνδρα, τον Στέφανο Νικ. Δραγούμη, που ανέλαβε και υπουργός των εξωτερικών (1886, 1892) εκτός από τους θώκους των άλλων υπουργείων (εσωτερικών, οικονομικών) όπου υπηρέτησε στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια του 19ου αιώνα. Πρωθυπουργός δεν είχε χρηματίσει ακόμα (1910) ούτε και πρώτος Διοικητής της ελεύθερης Μακεδονίας (1913).
Ο Παναγιώτης Φεραίος
[…] Ὁ ἐν Καστορίᾳ λόγιος ἰατρὸς κ. Φεραῖος μοὶ ἀπηύθυνε κατὰ τὴν αὐτόθι διατριβήν μου τὴν κατωτέρω ἐπιστολήν, ἦν, ὡς περιέχουσαν ἀρχαίαν ἀνέκδοτον ἐπιγραφήν, δημοσιεύομεν αὐτολεξεί :
Ἔντιμε ξένε,
Ἐπληροφορήθην ὅτι ἐπεσκέφθητε τὴν ὡραίαν ἡμῶν πατρίδα. Μὴ δυνηθεὶς διὰ ζώσης νὰ σᾶς εἴπω κἀγὼ τὸ «ὡς εὖ παρέστητε» καὶ διαθρυπτόμενος ὅτι θὰ εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ ἐπισκεφθῆτε κἀμὲ ἕνα γέροντα, ἀλλὰ παλαίμαχον, ἔμαθον σήμερον ταύτῃ τῇ στιγμῇ ὅτι σπεύδετε πρὸς ἀναχώρησιν· διὸ εὐχόμενός σας τὸ κατευόδιον ἐπισυνάπτω ἐπιγραφήν τινα εὑρεθεῖσαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μας ἐπὶ πλακὸς μήκους 75 ἐκ. καὶ πλάτους 45 ἐκ. Τὰ δύο τρίτα τοῦ μαρμάρου κατέχει ἀνάγλυφον γυναικεῖον ἐφθαρμένον κατά τι, ὡς ἐκ τῆς χρονιότητος, μέχρι καὶ τῶν γονάτων. Δεξιὰ τῷ θεωμένῳ κατὰ τὸ ἀνώτερον τοῦ μηροῦ προεξέχει τὰ ἔμπροσθεν ζῴου θέοντος ἐσπευσμένως καὶ πρὸς ἔλαφον ὁμοιότητα ἔχοντος τῶν κεράτων ἀμυδρῶς ἐκσημαινομένων ὡς ἐκ τῆς φθορᾶς· πρὸς τὴν βάσιν τοῦ ἀναγλύφου, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, κύων πρὸς μολοσσὸν ὅμοιος ἐν θέσει ὑπανισταμένων κυνῶν καὶ πρὸς τὸ φεῦγον ζῷον ὁρώντων.
Κάτωθεν δὲ τοῦ ἀναγλύφου τὴν ἑξῆς ἐπιγραφήν :
Φ: ΕΥΠΟΡΟΣΒΕ … ΙΟΣΛΙΘΟ.
ΛΥΦΟΣΟΙΚΩΝΚΕΛΑΙΟΝ :
ΑΡΤΕ . ΝΑΙΣΙΒΟΝΝΙ
ΚΗΕΥΧΗΝΑΝΕΘΗ
KEN
Ἡ ἐμὴ ἐξήγησις. Φ: Εὔπορος Βένδιος λιθογλύφος οἰκῶν Κέλαιον, Ἀρτέμιδι Σίβον νίκῃ εὐχὴν ἀνέθηκεν.
Ἀπορίαι μου: Κέλαιον ποία πόλις τῆς Ορεστίδος; Σίβον τί ἐπίθετον;
Δέξασθε μετὰ τῶν εὐχῶν μου κατευοδώσεως τοῦ ἔργου ὑμῶν καὶ τὴν πρὸς ὑμᾶς ὑπόληψίν μου, μεθ᾿ ἧς διατελῶ
ὑμέτερος
Δ. Π. Φεραίος.
Οἱ παρ' ἡμῖν περὶ τὰ ἐπιγραφικὰ ἀσχολούμενοι ἂς λύσωσι τὰς ἀπορίας τοῦ κ. Φεραίου καὶ ἀναγινώσκοντες τὴν ἐπιγραφὴν σαφέστερον ἂς συναγάγωσι τὰ ἐξ αὐτῆς πορίσματα […]
Το επισκεπτήριο (carte de visite) του ιατρού Δημ. Π. Φεραίου από το Βογατσικό.
(Αρχείο Στεφ. Νικ. Δραγούμη, ΑΣΚΣΑ).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
ΒΟΓΑΤΣΙΚΟΝ - ΣΕΛΙΤΣΑ.
Ἐν Καστορία διαμένων, ἐκ τοῦ παραθύρου τοῦ Μητροπολιτικοῦ οἰκήματος, ἐξ οὗ ἡ πρὸς τὴν λίμνην Ορεστιάδα καὶ τὴν πέραν αὐτῆς ἔκτασιν θέα εἶναί τι ἐξαίσιον, ἀτενίζω πρὸς τὸ ΝΑ μέρος τοῦ ὁρίζοντος, πρὸς ὅ διακρίνονται βουνοσειραὶ κρύπτουσαι ὄπισθεν ἓν ἕτερον τμῆμα τῆς περικλεοῦς χώρας, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο τὸ Γένος ὡς κοιτίδα ἑαυτοῦ ἐξελέξατο πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων καὶ γνησίαν τὴν σφραγίδα τοῦ πολιτισμοῦ του ἐπέθηκεν, ἣν ἄχρι σήμερον ἐπιδεικνύει εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα. Ἀόριστον συναίσθημα κατέχει με καὶ πόθος ἰσχυρός, ἵνα καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο ἐπισκεφθῶ· καὶ ἐν ᾧ ἐπειγόμην νὰ ἐπανέλθω διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ εἰς τὴν πόλιν Μοναστήριον μεταβάλλω γνώμην.
Ὄρθρου βαθέως ἐπιβὰς τῆς λιμναίας σχεδίας διαπεραιοῦμαι πάλιν εἰς τὸ ἐπίνειον Μαύροβον, ἵνα καθεζόμενος ἐπὶ ἵππου, οὐχὶ βεβαίως ἀελλοπτέρυγος Πηγάσου, καὶ διερχόμενος τὰ ὅρια τῆς Ὀρεστιάδος κατευθυνθῶ πρὸς τὸ μεταξὺ τῆς Ἐορδαίας καὶ Ἐλιμείας τμῆμα, ὁδεύων παραλλήλως πρὸς τὸν Ἀλιάκμονα, ἐν ᾧ ἡ Σιάτιστα καὶ ἡ Κοζάνη, ἡ συνωρίς αὕτη τῶν Ἑλληνίδων πόλεων, αἱ τετιμημένοι τῶν Μουσῶν ἑστίαι. Μετὰ δίωρον περίπου πορείαν ἄρχεται ἡ ἀνάβασις ἐπὶ βουνώδους ἐκτάσεως, ἥτις ἀποτελοῦσα ἀπέραντον ἐναλλαγὴν ὑψωμάτων καὶ κοιλωμάτων μετὰ περιωρισμένων ἐνιαχοῦ ἐπιπέδων ἐκτάσεων, ὁμοιάζει πρὸς κυμαινομένην καὶ τρικυμιώδη θάλασσαν, ἐκ τῶν κυμάτων τῆς ὁποίας ἀναδύουσιν αἱ κῶμαι καὶ τὰ χωρία, ὡς πλέοντα καὶ ἐν σάλῳ εὑρισκόμενα ἐπ’ αὐτῆς σκάφη. Ἡ τοιαύτη ἔκτασις διήκει μέχρι Κοζάνης καὶ τοιαύτην ἔχει πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ὁ πρὸς αὐτὴν ὁδεύων.
Καὶ ἰδοὺ μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἐμφανίζεται εἰς τοὺς πρόποδας χαριεστάτου βουνοῦ τὸ Βογατσικόν, τὸ ὁποῖον διασχίζει ἡ πρὸς τὴν Σιάτισταν καὶ τὴν Κοζάνην ἄγουσα ἁμαξητὴ ὁδός. Τί ὡραία τοποθεσία ἀναφωνεῖ ὁ τὸ πρῶτον βλέπων τὸ Βογατσικόν. Ἡ εὐγραμμία καὶ ἡ ἁρμονία τῆς τοποθεσίας αὐτοῦ ἁμιλλᾶται πρὸς τὸ ἐπιβάλλον καὶ ὀχυρὸν αὐτῆς.
500 και πλέον οἰκίαι ἀκραιφνεῖς Ἑλληνορθόδοξοι ἀποτελοῦσι χαριτωμένην Ἑλληνικὴν κοινότητα. Βλαστοὶ αὐτῆς ἀνεδείχθησαν ἐπίλεκτοι τοῦ Γένους ἄνδρες. Καὶ σήμερον τὸ Βογατσικόν καυχᾶται διὰ πολλὰ αὐτοῦ τέκνα. Ἐν τοῖς πρώτοις καταλέγει τὸν ἀξιοπρεπῆ πολιτευτὴν καὶ περίνουν πρῴην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπουργὸν κ. Στέφανον Δραγούμην, οὗ τὸ ὄνομα μετὰ πλείστης τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης περιβάλλουσιν οἱ κάτοικοι.
Καὶ ἡ Κοινότης Βογατσικοῦ συνειδυία τὴν ἀποστολήν της καὶ ἐπικυροῦσα τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν ἤγειρε καὶ συντηρεῖ διδακτήρια τῆς προγονικῆς γλώσσης καὶ παιδείας διὰ γενναίων τῶν ἑαυτῆς τέκνων δωρεῶν καὶ κληροδοτημάτων. Ἄξιον δὲ ἰδιαιτέρας παρατηρήσεως εἶναι ὅτι τὴν ἑξάτακτον ἀστικὴν σχολὴν διευθύνει εἷς τῶν ἱερέων τῆς Κοινότητος κεκτημένος παιδείαν καὶ ἀρετὴν ἐπαξίαν τῆς θέσεως καὶ παρέχων ἑαυτὸν πρότυπον λειτουργοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἅμα καὶ τοῦ Γένους, τοῦθ’ ὅπερ οὐκ ὀλίγον τιμᾷ τὴν ἀμιγῶς ὁμογενῆ ταύτην Κοινότητα.
Καταλείποντες μετ’ εὐαρέστων ἀναμνήσεων τὸ ἀξιαγάπητον Βογατσικὸν συνεχίζομεν ἔφιπποι τὴν πορείαν ἡμῶν πρὸς τὴν Σέλιτσαν [=η σημερινή Εράτυρα].
Ἀπερχόμενοι τοῦ Βογατσικοῦ καταλείπομεν κατὰ τὴν γνώμην τῶν περὶ τὴν ἀρχαίαν γεωγραφίαν τῆς χώρας ἀσχοληθέντων τὴν τε Ὀρεστίδα καὶ Ἐορδαίαν, εἰς τὰ μεταίχμια τῶν ὁποίων τοῦτο κεῖται, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς ἄλλην ἀρχαίαν περιοχὴν τὴν καλουμένην Ἐλίμειαν ἢ Ἐλιμιῶτιν [...]
*Το βιβλίο επανεκδόθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη απο την Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών με διαφορετικό τίτλο: Γεωργίου Χατζηκυριακού, Σκέψεις καί εντυπώσεις εκ περιοδείας άνά τήν Μακεδονίαν (1905-1906). Δευτέρα έκδοσις. Πρόλογος: Βασιλείου Γ. Χατζηκυριακού. Εισαγωγή: Βασιλείου Λαούρδα. Θεσσαλονίκη 1962. [Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου 58], σελ. ιε' + 206.
*Γεώργιος Κ. Χατζηκυριακού. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1863. Ο πατέρας του ήταν πλοιοκτήτης, κατάγονταν από τα Ψαρά και μετεγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, στα μέσα του 19ου αιώνα, όπου παντρεύτηκε. Φοίτησε στο Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης και σπούδασε στο Φυσικομαθηματικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδαξε Φυσικές Επιστήμες στο Γυμνάσιο των Σερρών και με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, το 1904, τοποθετήθηκε στο Γενικό Προξενείο Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη ως επιθεωρητής των Ελληνικών Σχολείων της Μακεδονίας, με πρόταση του προξένου Λάμπρου Κορομηλά, Οι υπηρεσίες που προσέφερε στον Μακεδονικό Αγώνα με την ιδιότητα του επιθεωρητή ήταν σημαντικότατες. Εκτός από τις μυστικές αποστολές που αναλάμβανε, είχε και μια άμεση εποπτεία από τις καταστάσεις των ελληνικών πληθυσμών στις περιοχές της Μακεδονίας, παράλληλα ερχόταν σε επαφή και με τους παράγοντες των ελληνικών κοινοτήτων. Αυτές οι δραστηριότητες του ήταν πολύτιμες, τότε, στους ιθύνοντες του Μακεδονικού Αγώνα. Την περίοδο εκείνη παντρεύτηκε τη Χαρίκλεια Ζαλτάνου, κόρη του Βασίλη Ζαλτάνου, υφασματέμπορου με έδρα το Άμστερνταμ. Το 1909 που επανεκδόθηκε, για λίγο, η εφημερίδα «Αλήθεια» ο Γ. Χατζηκυριακού ήταν διευθυντής και ιδιοκτήτης της, ο οποίος θεωρείται κι ως πρώτος αρθρογράφος της Θεσσαλονίκης. Όταν διακόπηκε η έκδοση της «Αλήθειας» συνεργάστηκε με την «Νέα Αλήθεια» των αδελφών Κούσκουρα από το Βογατσικό. Το 1910 εμφανίζεται ως διευθυντής και της εφημερίδας «Οικονομική Επιθεώρησις». Τη χρονιά αυτή εκλέχθηκε στη δημογεροντία της Ελληνικής κοινότητας και διετέλεσε γραμματέας της εφορείας των Ελληνικών σχολείων. Μετά την επικράτηση των Νεότουρκων, το 1909, απελάθηκε από τη Θεσσαλονίκη για την πολύπλευρη εθνική του δράση. Επέστρεψε με την απελευθέρωσή της, το 1912, και διορίστηκε Γενικός Επιθεωρητής Εκπαιδεύσεως Μακεδονίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 διορίστηκε δημοτικός σύμβουλος στη Θεσσαλονίκη και στις εκλογές του 1923 εκλέχθηκε βουλευτής με τους Φιλελεύθερους του Βενιζέλου. Τον Ιούνιο του 1925 έγινε, για λίγες μέρες, υπουργός Παιδείας στη κυβέρνηση του Πάγκαλου και το διαταγμα τη ίδρυσης και λειτουργίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 22.6.1925, φέρει την υπογραφή του. Γύρω στο 1930 ήταν πρόεδρος του Συλλόγου Μακεδονομάχων «Παύλος Μελάς». Πέθανε το 1933.









Εξαιρετικός ύμνος για το Βογατσικό και γενικά για τη Δυτική Μακεδονία, όταν ακόμα τα έσκιαζε η τουρκική σκλαβιά, υπήρχαν Έλληνες που κρατούσαν τον ελληνισμό ζωντανό και ακμαίο, μέχρι να έλθει η άνοιξη. Εξαιρετική δημοσίευση.
ΑπάντησηΔιαγραφή