«Ου καλός ου κυνηγός είν’ κι ψίχαλα μουρός…»

 



—Ἀρέ,  γιὰ νὰ τοὺν ἰδεῖς τοὺ λαγό στοὺ γιατάκ’ τ θὰ πρέπ’ νάσι ντίπ γιὰ τοὺν Σπληνάρ’ σι λέου!

Ἔτσαϊας ἴλιγιν οὑ μακαρίτς οὑ Κώκιας τ’ Τάκα τ’ Τσιότρα –κυνηγός ποὺ ν’κούνια τ’– ἀπ’ πάεινιν στοῦ κυνήγ’ μι τοὺν ἀδιρφό τ’ τοὺν Χρήστου, τοὺν έρμου τοὺν Τσιάτσιου τοῦ Σ’μώτα, τοὺν Γιάνν’ τοὺν Τζιουμάκαμιά ζουή μόνι μὶ τ’ἀφνούς  μὶ φαίνιτι...

Γιὰ νάσι σὶ θέσ’ νὰ τοὺν ἰδεῖς τοὺ λαγό στοὺ μέρους τ, νὰ τοὺν ξιχουρίσς στ’ φουλιά τ, νάχς ράσ δηλαδή, ὄχ’ μόνι ἔπριπι νάχ’ς μάτ’ ἀητίσιου (κὶ σὰν τοὺ σάϊν, τοὺ γιράκ’, τοὺ κλικλί κὶ τοὺ ὄρνιου, πουνι ἀξαδέρφιαμκρά κι τρανά...) ἤ μάτια σὰν τς κουκουβάγιας τ’ νύχτα, ἀλλά θέλ’ νάσι κι ψίχα ἀλαφρουΐσκιουτους, νάχ’ς ψα μουραμάρα. Καμιά φουρά κι πιὸ πουλλή. Τόσην ἀπ’ νὰ χρειάζιτι νὰ σὶ πᾶν, τὰ πιαλούντα, διμένου σ’ν  «Ψυχιατρική Κλινική Νικολάου Σπινάρη» (οὑ Σπληνάρς σ’ν Κόζιαν’) νὰ σι σ’μάσ’ τοὺ νοῦ.

Τώρα τί τὰ ψάχν’τς τὶ τὰ χαλέβ’ς κι οὑ ἔρμους οὑ Κώκιας δὲν ζάει γιὰ νὰ μᾶς πεῖ θάρρουμ κὶ νὰ μᾶς τὰ ἰξηγήσ’ ψα καλύτιρα. Ὅταν θὰ πᾶμι κ’ ἰμεῖς, μι νἀράδα μας, κατά ἰκεῖ σιαπάν, θὰ τοὺν ρουτήσουμι, ἅμα τοὺν βροῦμι, νὰ μᾶς πεῖ. Ἅμα θὰ θ’μᾶτι ἀκόμα τὰ κυνήγια, τ’ς λαγοί κι ν’ἄλλ’ νπαρέα…

Γιὰ τ’ν ὥρα τοῦ κρατοῦμι σὰν «λαϊκή σουφία»:

«Οὑ καλός οὑ κυνηγός εἶν κι ψίχαλα μουρός…»

 

Ου Παζαριώτ’ς

 

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ  

γιατάκ’ =  φωλιά

ἔτσαϊας = έτσι ακριβώς

Κώκιας = υποκοριστικό του Κώστας, Κωνσταντίνος

ράσ’ = η οξύτατη όραση, η οπτική αντίληψη, το σημάδι 

τὰ πιαλούντα=τρέχοντας, [πιαλώ = τρέχω από το πηλαλώ, πιαλτός = το τρέξιμο]

σ’μάσ’ = να συμμαζέψει, θεραπεύσει [σμαζώνου = συμμαζεύω, διορθώνω, τακτοποιώ|σμαζώξ’ = συμμαζέψου, έλα στο σωστό δρόμο, διορθώσου].

χαλέβ’ς = γυρεύεις, ζητάς, ζητιανεύεις, παρακαλάς

ψα =λίγο [από το ψίχα --> ψχα--> ψα]

ζάει = ζεί 

μι νἀράδα = με τη σειρά  

 

 

 

 

Σχόλια

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ