Του χιόν' κανανκιρό..
Βογατσικό, 1927 περίπου.
(Φωτογράφος: ο Φίλιππος Στ. Δραγούμης)
Ίλιγαν οι παλιοί:
Αγ Αντριάς αντριών’…
Αη Βαρβάρα βαρβαρών’…
Αη Σάββας σαβανών’…
Κι ου Αη Ν’κόλας παραχών’!
ΑΥΤΟΪΑΓΙΑΣ ΘΑ ΠΕΙ: «όλα μι τ’ σειρά τα». Στ’ς 30, τ’Αγιαντριά, χιρνάει κι σφίγγ’ του κρύου. Ρίχν’ κι «τ’ς γάτας του χιόν’». Σάν ζάχαρ’. Ψιλό του πασπαλνάει... Του παίρν’ ου αέρας κι δεν πιάν’ καν πουθινά. Ούντι στα κιραμίδια. Και σι πέντι μέρις του πλακών’ κι του δίν’ κι καταλαβαίν’... Στ’ς 6, τ’Αη Ν’κόλα ιξάπαντους είχι χιον’. Το ’ρχνι μι ψ’χή τ’. Έρχουνταν οι πάλτσις ουπαντές σαν παρτάλια. Τόστρουνιν ένα κι ένα μπόλ’κου. Ούπαν’ απ’ του γόνα. Ένα μπόι καμιά φουρά του πάεινι. Να κουντέβ’ να σι παραχώσ’!
Τώρα, τί να πεις κι τι να ρ’μάξεις;;; Δεν έχ’ ιμάν ου κιρός. Χιόν’ καρτιράς κι ου κακός κιρός μι τ’ς βρουχές, ου «Βύρων» σ’έρχιτι ακάλιστους...
Κι τι σάς φταίγ’ αρέ ου έρμους ου Βύρουν; Ου Βύρουν τ’ς μαμής τ’ς Δήμητρας ου άντρας. Άγιους άνθρουπους κι ήσυχους ντιπ· αρνί ήταν... Κι μάς έπιρνι τ’ χαραή μι του πράσ’νου του «κατσαριδάκ’» (του Φόλγκσβάγκεν ντεεε...) ώς τ’ Χρούπ’στα στου Γυμνάσιου έναν –άντι δυό του πουλύ– απού τ’ ιμάς να μή κάθουμέστι, στουν ψόφουν μέσα, να καρτιρούμι στου Παζάρ του λιουφουρείου «του μαθητικό»... Ιμένα κι ν’ Αργύρου τ’ Τακαντζιά μόνι έπιρνι. Άϊντι κι τουν Σαλέ καμιά δόσ’ σαν ρουκώνουνταν κι αυτός μέσα.


.png)






Εξαιρετικά ΚΑΙ αυτά που λες ΚΑΙ το πώς τα λες!!!
ΑπάντησηΔιαγραφή