«Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»...

 

 

Ο Κώστας και η Αναστασία Βαράκα -Πατέρας και θυγατέρα.         

 

   

Στον Ανδρέα Οικονόμου 

για τη γιορτή που έρχεται.

 

Ο Κώστας «ο Πατσώνας»! Με το παρατσούκλι αυτό έζησε και πέθανε. Το παρανόμι εξακολουθεί και ζει μετά τον Κώστα αφού, όπως τότε έτσι και τώρα, συνεχίζουν οι Βογατσιώτες υποτιμητικά να χρησιμοποιούν την προσφώνηση «Πατσώνας» για κάποιον που δείχνει αγαθιάρης, ίσως λιγόμυαλος, κουτός, που «δεν παίρνει στροφές»... 

Ο Κώστας Βαράκας  ήταν ήσυχος καλός κι αγαθός και ζούσε στις παρυφές του χωριού. Σπανίως ήταν στην πιάτσα. Στο καφενείο μάλλον δεν τον είδα ποτέ «να τινάζει» τσίπουρα ή να απολαμβάνει καφέδες. Ή να συναναστρέφεται κόσμο. Παραμεθόριος νησίδα πάντοτε. 

Ο ίδιος και τα παιδιά του και η γυναίκα του «η Στιργιάνου» (Στεργιανή), μ’ ένα δόντι θαρρώ όλο κι όλο στο στόμα της,  που πέθανε πρώτη δεν γνώρισαν την ζεστή ανάσα της παρέας ή το στοργικό βλέμμα της κοινότητας να τους θερμάνει μια στιγμή στη ζωή... Ασφαλώς κάποιο κληρονομικό νοητικό έλλειμμα υπήρχε στην οικογένεια. Η Τασούλα  (συνομήλική μου) «δεν τα ’παιρνε τα γράμματα» στο σχολείο («κιχ» δεν έβγαζε στη τάξη…). Αλλά ο μικρότερος αδερφός της ο Νίκος τα πήγαινε λίγο καλύτερα. Στα εφηβικά του χρόνια διατηρούσε μέχρι και πειρατικό ραδιοσταθμό —τον μοναδικό στο Βογατσικό (τον «Ταρζάν»..!). 

Κάτι ψευτοδουλειές έκανε ο Κώστας. Σχεδόν με φιλοδωρήματα ζούσε. Τίποτα χωματουργικά ελαφριά, θελήματα εδώ και κει. Kουβαλούσε καμιά φορά «το καπάκι του πεθαμένου» στις κηδείες ή το θυμιατό του παπά... Τέτοια. Έζησαν κι έφυγαν ήσυχα όλοι τους... Σχεδόν ελαφροπατώντας από τον κόσμο αυτόν.

Θυμάμαι τον καιρό που έχω τραβήξει τη φωτογραφία. Στιγμές ευωχίας και οικονομικής ευρωστίας του χωριού. Τα πρώτα «Δραγούμεια» (οι γνωστές γιορτές χωρίς ...Δραγούμηδες—αλλά δεν είναι του παρόντος αυτά..). Καθάριζαν με τη Τασούλα στο παζάρι για τη γιορτή. Σήμερα που την κοιτώ νιώθω σαν να κάποιος να τραγουδά  κάπου πίσω από τη φωτογραφία το γνωστό (συγκλονιστικό) ρεμπέτικο  στιχάκι:

Χτυπώ νεκροί κι ανοίξτε μου

να μπω για να σκουπίσω

τον τόπο τον παντοτινό

όπου θα κατοικήσω.

 

Στίχοι: Βαμβακάρης Μάρκος & Παγιουμτζής Στράτος

 

Σκούπισαν τον τόπο, τον καθάρισαν και τον παρέδωσαν φρέσκο και καινούργιο πριν τη γιορτή. Πήραν πάνω τους όλη την απαξίωση, τη χλεύη, την πισώπλατη ειρωνεία, την υποτιμητική συμπεριφορά του κόσμου. Τα μάζεψαν όλα με το φαράσι, τα έβαλαν στον τενεκέ και τα πέταξαν στην καρότσα του σκουπιδιάρικου «να παν στα όρη στ’ άγρια βουνά» μια μέρα... 

Δεν είναι διόλου τυχαίο μάλλον πως, μετά τον θάνατό τους, ο Νίκος που ζει ακόματώρα κι αυτός σε κακό χάλι, είχε αναλάβει εργολαβικά για καιρό την αποκομιδή των σκουπιδιών  του τότε Καλλικρατικού Δήμου...

 

Σχόλια

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ